ΝΑΡ Θεσσαλονικης

για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΝΑΡ 2-3/4/2011

Συντρόφισσες και σύντροφοι!
Φτάνουμε σήμερα στις τελικές εργασίες του Πανελλαδικού Σώματος, της πρώτης συλλογικής διαδικασίας στην πορεία προς το 3ο Συνέδριο του ΝΑΡ. Στόχος μας στο διήμερο του Σώματος είναι:
Πρώτον, να κάνουμε ένα ανώτερο βήμα στη συλλογική συζήτηση για το χαρακτήρα και τις επιπτώσεις της κρίσης και της αστικής απάντησης σε αυτή, αλλά και για τα χαρακτηριστικά της εργατικής αντικαπιταλιστικής απάντησης. Μια συζήτηση που προφανώς δεν θα κλείσει εδώ, αλλά είναι ανάγκη να παραμείνει ανοιχτή και να βαθύνει, με βάση τις εξελίξεις και την ταξική πάλη, στις οργανώσεις μας αλλά και στο ευρύτερο δυναμικό συντρόφων και συναγωνιστών, σε συνδυασμό και με τον δεύτερο προσυνεδριακό πολιτικοθεωρητικό κύκλο που θα αφορά το επαναστατικό υποκείμενο.
Και, δεύτερον, να δώσουμε μια συλλογική απάντηση-κατεύθυνση στο ερώτημα αν το «Κείμενο Εργασίας» αποτελεί βάση για τα επόμενα βήματα της προσυνεδριακής συζήτησης και, επομένως, βάση στην οποία θα στηριχτούν η Π.Ε. και η Επιτροπή Θέσεων για την προετοιμασία των «Θέσεων» του 3ου Συνεδρίου – σε συνδυασμό με τον πλούτο των προβληματισμών που κατατέθηκαν τους δύο προηγούμενους μήνες, που θα διατυπωθούν σώμα ή θα υπάρξουν μετά από αυτό.
Η διαδικασία του Συνεδρίου ξεκίνησε, εξελίσσεται και θα ολοκληρωθεί σε ένα πυρακτωμένο κοινωνικοπολιτικό τοπίο, με συμπυκνωμένη την έννοια του ιστορικού χρόνου και σε συνθήκες τρομακτικής όξυνσης της ταξικής πάλης, στη χώρα μας και διεθνώς. Σε συνθήκες που μπορούν να παραβληθούν μόνο με εκείνες που δημιουργήθηκαν στις άλλες ιστορικές κρίσεις που σημάδεψαν την πορεία του καπιταλισμού και της ταξικής πάλης κι άρα γεννούν μεγάλες απαιτήσεις και προσδίδουν βαθύτερη διάσταση στις σημερινές πολιτικές και στρατηγικές επιλογές. 

Επεξεργαστήκαμε λοιπόν το «Κείμενο Εργασίας» και οργανώσαμε τη συλλογική συζήτηση στο ΝΑΡ, τη ν.ΚΑ και το πρωτοπόρο αντικαπιταλιστικό δυναμικό της Αριστεράς και των κινημάτων σε μια πρωτόγνωρη περίοδο. Καλούμαστε, μάλιστα, να κατανοήσουμε βαθύτερα ότι αυτή η ιστορική περίοδος χαρακτηρίζεται από ταχύτατες εναλλαγές, σημαντικά κινηματικά και πολιτικά γεγονότα, βαθιές διεργασίες στις συνειδήσεις και τη συμπεριφορά των εργαζομένων και των νέων αλλά και σημαντικές ανακατατάξεις στο διεθνές σκηνικό, στην ΕΕ, στους κόλπους του κεφαλαίου, στο ιδεολογικό στερέωμα, στο πολιτικό σκηνικό. Κι ακόμη ότι πρόκειται για μια περίοδο όπου διαπλέκονται οι εκδηλώσεις, οι φάσεις και οι συνέπειες της κρίσης με τις επιλογές, τις αντιφάσεις και τις συνέπειες της αστικής στρατηγικής για την υπέρβασή της, τα γενικά χαρακτηριστικά των διαδικασιών αυτών με την ειδική μορφή που αποκτούν στην ΕΕ και την Ελλάδα.
Στο δίμηνο που μεσολάβησε από τη δημοσίευσή του, το «Κείμενο Εργασίας» αναμετρήθηκε με τις εμπειρίες, τις γνώμες, τις αναζητήσεις, τη συλλογική σοφία των δυνάμεων του ΝΑΡ και της ν.ΚΑ αλλά και των συναγωνιστών μας στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στα κινήματα, στα σχήματα, στην αντικαπιταλιστική Αριστερά, στη θεωρία και τον πολιτισμό, με τους οποίους βρισκόμαστε στο ίδιο χαράκωμα, μοιραζόμαστε τα ίδια ερωτήματα. Κυρίως, όμως, αναμετρήθηκε με την ίδια την πραγματικότητα, τις εξελίξεις στην ΕΕ, τις αραβικές εξεγέρσεις, το Γουισκόνσιν, την επέμβαση στη Λιβύη, τον πυρηνικό όλεθρο στην Ιαπωνία, το Μνημόνιο 3 και 4, την αγωνιστική έκρηξη στο Λονδίνο, τους κλυδωνισμούς του αστικού πολιτικού συστήματος, τα εκλογικά «λίμιτ ντάουν» της Μέρκελ. Αλλά και με τα ερωτήματα και τις αγωνίες των εργαζομένων και των νέων, των αγωνιστών του εργατικού κινήματος, του «δεν πληρώνω», της Κερατέας, του κόσμου της Αριστεράς.
Συνεκτιμώντας αυτά τα στοιχεία, καλούμαστε να κρατήσουμε ανοιχτή τη συζήτηση πάνω στο «Κείμενο Εργασίας». Και, παράλληλα, να επεξεργαστούμε επιστημονικά και ολοκληρωμένα, να αναπτύξουμε διεισδυτικά και σε βάθος και, βεβαίως, να στρατευτούμε με νέο τρόπο, απαιτητικό, εργατικό κι επαναστατικό στη μεγάλη αναμέτρηση στην οποία αναφέρεται η τελευταία ενότητά του λέγοντας ότι: Στην εποχή μας ωριμάζει μια ποιοτικά ανώτερη σύγκρουση των δυνάμεων του κεφαλαίου και της εργασίας, καθώς καθένα από τα δύο αυτά στρατόπεδα έχει συσσωρεύσει και παρατάσσει στο πεδίο της ταξικής πάλης ποιοτικά υπέρτερες δυνάμεις. Με άλλα λόγια, η εποχή μας σφραγίζεται από την αμεσότητα και το ποιοτικό βάθος με το οποίο αναδύεται στο προσκήνιο το ιστορικό δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα».
Συντρόφισσες και σύντροφοι!
2,5 χρόνια μετά την εκδήλωση της κρίσης, ένα χρόνο μετά το Μνημόνιο και λίγες μόνο μέρες μετά την έγκριση του πανευρωπαϊκού Μνημονίου διαρκείας υπό τον τίτλο «Σύμφωνο για το ευρώ» και τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης που προοιωνίζουν ένα νέο παροξυσμό της αντεργατικής επίθεσης, ένα συμπέρασμα γίνεται πλέον φανερό: η κρίση έχει σκληρό κι ανθεκτικό πυρήνα, κι αυτός βρίσκεται όχι στη χρηματοπιστωτική σφαίρα ή στην υποκατανάλωση των λαϊκών στρωμάτων αλλά στην τάση πτώσης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίων που δεν μπορούν να επενδυθούν με ικανοποιητικό για το κεφάλαιο ποσοστό κέρδους. Βρίσκεται στο ότι ο ένας παράγοντας που μεγιστοποιεί τα καπιταλιστικά κέρδη, η αξιοποίηση των νέων τεχνολογικών μέσων, συρρικνώνει τον άλλο παράγοντα που τα αυξάνει, την εργατική δύναμη, η οποία ως μισθωτός εργάτης παράγει την υπεραξία και το κέρδος και ως καταναλωτής βοηθάει στην πραγμάτωσή της. Βρίσκεται, με άλλα λόγια, στο ιστορικά ανώτερο επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει στις μέρες μας η αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις κι η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης του κοινωνικού πλούτου, διαμορφώνοντας την υλική βάση και δυνατότητα για την αντικατάσταση του καπιταλισμού με μια κοινωνία χωρίς καταπίεση, εκμετάλλευση και εξουσία. Εκδηλώσεις αυτών των αντιθέσεων και αντιφάσεων είναι η υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η οξύτατη κρίση του, το χρέος, η βουτιά της λεγόμενης «πραγματικής οικονομίας», η κρίση στην ΕΕ.
Αν εδώ βρίσκεται, όμως, η βαθύτερη ουσία της κρίσης, το ξέσπασμά της και τα χαρακτηριστικά της συνδέονται καθοριστικά και με άλλους παράγοντες: με την πορεία της ταξικής πάλης και των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών σε εθνικό, ευρωπαϊκό και πλανητικό επίπεδο, με τις εξελίξεις στο κράτος και το αστικό πολιτικό σύστημα. Επιχειρούμε όλα αυτά να τα περιγράψουμε με γενικό αλλά και συγκεκριμένο τρόπο, αναδεικνύοντας και τις γενικές τάσεις αλλά και τον ειδικό τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται στην ΕΕ και στην Ελλάδα. Έτσι σήμερα μπορούμε με μεγαλύτερη σιγουριά να καταλήξουμε σε μερικά συμπεράσματα για το τι ακριβώς συμβαίνει αλλά και για το πώς πρέπει να απαντήσουν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά.
Καταρχήν, φτάσαμε στη σημερινή κρίση μετά από 35 χρόνια μετασχηματισμών με τους οποίους το κεφάλαιο επεδίωκε να υπερβεί την κρίση του 1973-5 και 1980-2 αναδιατάσσοντας όλες τις πτυχές της καπιταλιστικής κοινωνίας και αξιοποιώντας την πληροφορική και τις τηλεπικοινωνίες αλλά και την κατάρρευση του «υπαρκτού». Μετασχηματισμών που οδήγησαν στη διαμόρφωση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού στον αναπτυγμένο κόσμο και στην Ελλάδα. Με αυτή την έννοια, η κρίση έχει δομικό και ιστορικό χαρακτήρα και πηγάζει από τον ειδικό τρόπο με τον οποίο εκφράζονται στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού οι εγγενείς αντιφάσεις και αντιθέσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι κρίση του τύπου συσσώρευσης και των όρων συνολικής αναπαραγωγής του στην εποχή αυτή. Μια κρίση που αναδεικνύει τα μεθοδολογικά εργαλεία και τα συμπεράσματα της ανάλυσής μας περί ολοκληρωτικού καπιταλισμού αλλά και την ανάγκη εμπλουτισμού της σήμερα που φαίνεται πως μπαίνουμε στο σκληρό πυρήνα του.
Δεύτερον, το υπέρογκο χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, είναι εκρηκτικό πρόβλημα, δεν είναι όμως θλιβερό προνόμιο της Ελλάδας ή του ευρωπαϊκού νότου. Εξελίσσεται σε οργανική κι ανίατη ασθένεια του καπιταλισμού συνολικά, η οποία συνδέεται ασφαλώς με τα τεράστια ποσά που διοχετεύτηκαν εν μέσω κρίσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και με την ανισομετρία που χαρακτηρίζει εγγενώς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τον καπιταλισμό εν γένει. Κυρίως όμως συνδέεται με το έμφραγμα στο βασικό μηχανισμό της καπιταλιστικής συσσώρευσης και κερδοφορίας. Συνεπώς, το χρέος αποτελεί πραγματικό πρόβλημα-σύμπτωμα της κρίσης, ράπισμα στην ιστορική αισιοδοξία του καπιταλισμού αλλά και μηχανισμό έντασης της εκμετάλλευσης και ανακατανομής της αποσπώμενης υπεραξίας ανάμεσα στον βιομηχανικό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα, στο εγχώριο και το διεθνές κεφάλαιο. Το χρέος, δηλαδή, συνδέεται οργανικά με την κρίση και την αστική απάντηση σε αυτή. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται όρους χώρας κι έθνους ή λες και είναι ένα απλό πρόσχημα για μέτρα που ούτως ή άλλως θα προωθούνταν. Επομένως, η πάλη για τη μη αναγνώριση, τη μη αποπληρωμή τη συνολική διαγραφή κάθε μορφής χρέους -ως καίριο πολιτικό μέτωπο αναμέτρησης με την επίθεση κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ και αντίστασης στην εθνική και διεθνική εκμετάλλευση- συνδέεται άρρηκτα με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και ιδιαίτερα με την αντικυβερνητική και αντι-ΕΕ πάλη, με το συνολικό αγώνα για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης. Αυτή η γραμμή επιχειρούμε να ηγεμονεύει, συνδυαζόμενη με τις άλλες αιχμές και την προοπτική του αγώνα αυτού, ώστε να μη στριμώχνεται σε εθνικοανεξαρτησιακές, διαχειριστικές ή κοινοβουλευτικού τύπου λογικές και διαδικασίες.
Τρίτον, οι σεισμικές δονήσεις στην ΕΕ έχουν τη βάση τους στο πρόβλημα κερδοφορίας και ανταγωνιστικότητας που αντιμετωπίζει το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο, ένα πρόβλημα που διαπλέκεται με το έλλειμμα πολιτικής ενοποίησης -σε σχέση με αυτό που θα ήθελε το κεφάλαιο-, με την ένταση της σύμφυτης προς την ολοκλήρωση ανισομετρίας και των ανταγωνισμών στην ΕΕ και με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, με τα όρια που θέτουν στο κεφάλαιο οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί στη Γηραιά Ήπειρο. Αυτές οι σεισμικές δονήσεις φάνηκε προς στιγμήν πως θα μπορούσαν ίσως να οδηγήσουν σε σημαντικές ανακατατάξεις στην υπάρχουσα μορφή της ΕΕ. Όμως, μετά τις 11 Μάρτη και το Σύμφωνο για το ευρώ, όλα δείχνουν ότι οδεύουμε προς μια ΕΕ ασύγκριτα πιο εκμεταλλευτική, ανισόμετρη και αντιδραστική. Κι αυτό ως έκφραση όχι της ιδιότροπης Μέρκελ αλλά της συμμαχίας των αστικών τάξεων και των κυβερνήσεών τους με κοινό στόχο την άνευ προηγουμένου λεηλασία των εργατικών δικαιωμάτων καθώς και του κοινωνικού κανιβαλισμού που διακρίνει τον καπιταλισμό συνολικά στη νέα εποχή που ανατέλλει. Άλλωστε και πριν ο αντιδραστικός χαρακτήρας της ΕΕ είχε να κάνει με τη φύση της ως ένωσης του κεφαλαίου κι όχι με τη στρεβλή οικοδόμησή της ή την κυριαρχία των αγορών και των νεοφιλελεύθερων.
Έτσι, η άποψη που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και κερδίζει έδαφος στις λαϊκές συνειδήσεις -και με την επέμβαση στη Λιβύη- είναι εκείνη που αναδεικνύει την αντιδραστική-ιμπεριαλιστική φύση της ΕΕ και όχι η ουτοπία περί «πραγματικής σύγκλισης ή δημοκρατικής επανίδρυσης». Εκείνη που αναδεικνύει τον ταξικά εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της αστικής επιλογής για συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ και την ΕΕ και καταλήγει στον εξαιρετικά επίκαιρο πολιτικό στόχο της εξόδου από την ΕΕ, σε σύνδεση με την αντικαπιταλιστική διεθνιστική πάλη, κι όχι εκείνη που θεωρεί έγκλημα εθνικιστικής καθοσιώσεως έναν τέτοιο στόχο ή αυτή που τον υποβαθμίζει στο όνομα μιας νεφελώδους «λαϊκής οικονομίας-εξουσίας» χωρίς επανάσταση. Είναι αυτή που -αναδεικνύοντας τον καίριο ρόλο της ΕΕ στην εκδήλωση της κρίσης και τη γιγάντωση του χρέους, αλλά και στην αντιδραστική ομοβροντία των μέτρων για την αντιμετώπισή τους- αναδεικνύει ταυτόχρονα τη στάση απέναντι στην ΕΕ σε λυδία λίθο στο κίνημα και την Αριστερά, σε καίρια διαχωριστική γραμμή μεταξύ ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής και διαχειριστικής-ρεφορμιστικής γραμμής.
Τέταρτον, και του ελληνικού καπιταλισμού το πρόβλημα έχει πρωτίστως να κάνει με το έλλειμμα κερδοφορίας και ανταγωνιστικότητας κι όχι με το ότι καταναλώναμε περισσότερα απ’ ό,τι παράγαμε, με το ότι δεν παράγουμε τίποτα ή ότι φταίνε το σπάταλο κράτος και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτό το πρόβλημα επιχειρήθηκε -ανεπιτυχώς, όμως- να λυθεί με την «ισχυρή Ελλάδα» και τον «εκσυγχρονισμό» του Σημίτη, την Ολυμπιάδα, την είσοδο στο ευρώ και τη βαλκανική εξόρμηση του ελληνικού κεφαλαίου. Ωστόσο, η γενικότερη κρίση που έπληξε τον καπιταλιστικό κόσμο, σε συνδυασμό με την ανισόμετρη συμμετοχή στην ΟΝΕ και το ευρώ, τη μη ευόδωση των βαλκανικών προσδοκιών -τουλάχιστον στην έκταση που προσδοκούσε ο αστικός συνασπισμός εξουσίας-, τις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην περιοχή και τις οξύτατες ενδοϊμπεριαλιστικές-ενδοκαπιταλιστικές συγκρούσεις, τις πάγιες ανισορροπίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και, βεβαίους, τους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς, έφεραν τον ελληνικό καπιταλισμό στη σημερινή κατάσταση. Όμως, το πρόβλημα που τίθεται για την Αριστερά και το εργατικό κίνημα δεν είναι η «σωτηρία της χώρας από το χρέος», η βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της και η παραγωγική της ανασυγκρότηση (στη δεξιά, τη διαχειριστική ή την αριστερή τους εκδοχή) εντός των πλαισίων της αγοράς, της εκμετάλλευσης, της ατομικής ιδιοκτησίας και της ΕΕ, αλλά πώς η πάλη για την ήττα, την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης θα οδηγήσει σε ρωγμές και κατακτήσεις σύμφωνες με τις εργατικές και νεολαιίστικες ανάγκες και σε μια κοινωνική και πολιτική δυναμική ανατροπής της αστικής κυριαρχίας, εργατικής εξουσίας και κομμουνιστικής χειραφέτησης
Τέλος, η κρίση δεν έχει μόνο οικονομική διάσταση. Έχει και μια σαφή ιδεολογική και πολιτική διάσταση, η οποία βεβαίως δεν αποτελεί γραμμική προέκταση ή ευθεία αντανάκλαση της οικονομικής, αλλά κινείται και με δικούς της νόμους, με τη δική της σχετική αυτοτέλεια. Με άλλα λόγια, είναι κρίση καθολική, που συμπαρασύρει στη δίνη της και τη βάση και το πολιτικό, θεσμικό, ιδεολογικό εποικοδόμημα του καπιταλισμού, με ιδιόμορφο αλλά εξίσου εκκωφαντικό τρόπο – κι είναι και αυτός ένας ακόμη λόγος, πέρα από το βάθος των οικονομικών διεργασιών, που μιλάμε για κρίση ιστορικού χαρακτήρα. Έτσι, μαζί με τα ποσοστά κέρδους παρασύρονται στα τάρταρα οι αξίες, τα σύμβολα και οι παράγοντες συναίνεσης και σταθερότητας του καπιταλισμού εν γένει και του ελληνικού καπιταλισμού ειδικότερα. Η θεοποιημένη αγορά, η ΕΕ, η «παγκοσμιοποίηση», η κοινοβουλευτική δημοκρατία, η δυτικού τύπου ελευθερία -που άνετα στήριζε όλα τα καταπιεστικά καθεστώτα της βόρειας Αφρικής-, ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα -που ανέδιδε την οσμή του πετρελαίου και τη σαπίλα του Αμπού Γκράιμπ-, όλα αυτά μοιάζουν σήμερα να ακολουθούν την καθοδική πορεία του ποσοστού κέρδους. Να συντρίβονται πάνω στη σκληρή πραγματικότητα της οικολογικής καταστροφής στον Κόλπο του Μεξικού και του πυρηνικού ολοκαυτώματος στην τεχνολογικά πιο προηγμένη και θεσμικά πιο οργανωμένη καπιταλιστική χώρα, πάνω στους αδιάκοπους πολέμους και τα δισεκατομμύρια υποσιτιζόμενων στον πλανήτη, πάνω στις εξεγέρσεις της Αφρικής αλλά και του Παρισιού, πάνω στις 150.000 επισφαλώς εργαζόμενων της Πορτογαλίας που διαδήλωσαν κατόπιν διαδυκτιακής πρόσκλησης αλλά και στα εκατομμύρια νέων που, παρότι είναι πιο μορφωμένοι από κάθε άλλη εποχή, αναγκάζονται να εργαστούν με τις χειρότερες συνθήκες από κάθε άλλη εποχή, βυθίζοντας τον «υπαρκτό» καπιταλισμό σε μια βαθιά ηθική και αξιακή κρίση, στο δικό του «1989», κλονίζοντας την ηγεμονία του, αποσταθεροποιώντας το πολιτικό σύστημα και τις κοινωνικές συμμαχίες του. Το κυριότερο είναι ότι δημιουργούνται προϋποθέσεις για μια ιστορική ρεβάνς των επαναστατικών ιδεών, για μια επανεξόρμηση των τάσεων κοινωνικής χειραφέτησης και κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης.
Συντρόφισσες και σύντροφοι!
Όπως γίνεται πάντα σε αντίστοιχες κρίσεις, ο καπιταλισμός και το πολιτικό σύστημά του δεν μένει απαθής. Επιχειρεί να ανασυγκροτηθεί, ριζικά, όπως υποδηλώνουν και οι απόψεις του Σαρκοζί περί «νέου καπιταλισμού». Μέσα από πειραματισμούς, αντιφάσεις και ανταγωνισμούς, πολιτικοθεσμικές πρωτοβουλίες και νόμους, εθνικές και διεθνικές ρυθμίσεις αλλά και με την αυθόρμητη λειτουργία των νόμων κίνησής του αποκρυσταλλώνει μια στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Μια στρατηγική που αποτελεί τομή βάθους στην πορεία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και μοιάζει να μας εισάγει στην καρδιά του. Μια στρατηγική μαζικής καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, ιδιαίτερα της εργασίας, μέσω της ανεργίας, του πολέμου και της απαξίωσης παραγωγικών μονάδων, πρωτοφανούς έντασης της εκμετάλλευσης και ιστορικής υποβάθμισης της θέσης της εργασίας -ιδιαίτερα της νέας βάρδιας-, εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων, αναμόρφωσης της οικονομικής λειτουργίας του κράτους, αναδιάταξης στις ηγετικές μερίδες και τους κόλπους του κεφαλαίου και στους συσχετισμούς δύναμης των ιμπεριαλιστικών μπλοκ, περαιτέρω αντιδραστικοποίησης της ΕΕ, ανασυγκρότησης του πολιτικού σκηνικού, προσφυγής σε ωμές κατασταλτικές μεθόδους, σε μηχανισμούς εξωοικονομικής βίας και σε πρακτικές κοινοβουλευτικής δικτατορίας, λεηλασίας της φύσης της ίδιας της υπόστασης του ανθρώπου.
Πρόκειται για μια αστική στρατηγική που αποκτά ειδική μορφή και διάσταση σε κάθε χώρα. Ξεχωρίζουμε τρία ζητήματα εδώ, που αναδείχθηκαν και από τη συζήτηση.
Καταρχήν, γιατί παγκοσμίως ο αστικός συνασπισμός εξουσίας ακολουθεί αυτή τη στρατηγική, γιατί την αντιμετωπίζει ως μονόδρομο; Άποψή μας είναι ότι η ίδια η φύση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και, ακόμη περισσότερο, η «διάγνωση» που κάνει το κεφάλαιο για τα αίτια της μειωμένης κερδοφορίας του το ωθούν με αδήριτο τρόπο σε μια εφιαλτική επιδρομή στα εργατικά δικαιώματα, ελαχιστοποιεί και τείνει να αναιρεί τις αντοχές και ανοχές του σε παρεκκλίσεις από αυτή τη γραμμή, κάνει αδύνατη την επιστροφή στα παλιά κεϊνσιανά δόγματα, τον κάνει δύσκαμπτο και ανελαστικό, ωμό τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά. Ωστόσο, οι τάσεις του κεφαλαίου ποτέ δεν «υλοποιούνται» έξω από την ταξική πάλη και τα ιστορικά χαρακτηριστικά των συσχετισμών. Εάν δεν υπήρχαν και το επαναστατικό εργατικό ρεύμα και οι επαναστάσεις της εποχής του ιμπεριαλισμού δεν θα υπήρχε ο κεϊνσιανισμός.
Απέναντι, επομένως, στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό και τη νέα κανιβαλική του φάση μπορεί να σταθεί όχι μια ανιστόρητη και στρατηγικά και τακτικά αναποτελεσματική γραμμή που θα αναπολεί το «κράτος πρόνοιας» ή μια κοινοβουλευτική τύπου γραμμή. Μπορεί να σταθεί μόνο μια επαναστατική γραμμή στρατηγικών προδιαγραφών, με κομμουνιστική στόχευση και ανατρεπτική τακτική, που θα στηρίζεται στο επαναστατικό δρόμο και την πολιτική δράση των μαζών. Μια τέτοια γραμμή, στο βαθμό που θα γίνεται υπόθεση μαζικής πάλης κι επικίνδυνο πολιτικό ρεύμα μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τακτικά ρήγματα, κατακτήσεις ή συμβιβασμούς εκ μέρους του αστικού συνασπισμού εξουσίας που θα παρεκκλίνουν από αυτή τη γενική πορεία και προφανώς θα είναι διαρκώς διαφιλονικούμενοι και ανοιχτοί στο «πισωγύρισμα». Ρήγματα και κατακτήσεις που, στην πλήρη διάστασή τους, μπορούν να ολοκληρωθούν και να σταθεροποιηθούν, επίσης σχετικά, μόνο με το άλμα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και την οικοδόμηση της εργατικής εξουσίας, με το άνοιγμα μιας νέας περιόδου ταξικής πάλης, της μεταβατικής μετεπαναστατικής περιόδου προς την πλήρη εργατική δημοκρατία και τη διεθνιστική επικράτηση του σοσιαλισμού και κομμουνισμού.
Η τοποθέτηση αυτή, για εμάςς ως ΝΑΡ, έχει ως λογική συνέπεια και καταλήγει στο εξής: στην ανάδειξη των πολιτικών στόχων, των διεκδικήσεων που η πάλη γι’ αυτές κινητοποιεί και συσπειρώνει τους εργαζόμενους, αντιπαλεύει τις επιλογές του αντιπάλου, ξεδιπλώνει τη δυναμική της ταξικής πάλης, αλλάζει τους συσχετισμούς, επιταχύνει την αποφασιστική επαναστατική αναμέτρηση – κι όλα αυτά μέσα από την ίδια την πείρα των εργαζομένων και των νέων. Τέτοιου τύπου πολιτική τακτική είναι η πάλη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης και οι πολιτικού κόμβοι που απορρέουν απ’ αυτή: η ανατροπή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και κάθε άλλου κυβερνητικού διαχειριστή από τα κάτω και από τα αριστερά, η διαγραφή του χρέους, η έξοδος από την ΕΕ, η εθνικοποίηση των τραπεζών, η αλλαγή της σχέσης μισθών-κερδών με αυξήσεις πάνω από την παραγωγικότητα της εργασίας.
Η λογική μας αυτή οριοθετείται σαφώς από την ηττοπαθή λογική του ΚΚΕ, που θεωρεί ότι στην εποχή μας το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να επιβάλει κατακτήσεις και τακτικά ρήγματα, και καταφεύγει σ’ ένα γενικόλογο αντικαπιταλισμό ή σε μια πολιτική που ταυτίζεται με τη ζύμωση και τις κινήσεις πολιτικής διαμαρτυρίας. Οριοθετείται, επίσης, από τις μεταρρυθμιστικές απόψεις του ΣΥΝ, καθώς θεωρεί και προβάλλει την άποψη ότι αυτές οι κατακτήσεις και τα όποια ρήγματα θα επιβληθούν μόνο από ένα ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα κι ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο-πόλο που θα συνδέουν την πάλη για κατακτήσεις με την αντικαπιταλιστική επανάσταση, την εργατική εξουσία και τον κομμουνισμό της εποχής μας.
Δεύτερο ερώτημα: γιατί ο συνασπισμός εξουσίας στην Ελλάδα ακολουθεί την πολιτική που συγκροτούν το Μνημόνιο, η κυβερνητική πολιτική, οι εργοδοτικές παρεμβάσεις; Η απάντηση του «Κειμένου Εργασίας», που ενισχύεται καθημερινά από τις εξελίξεις, είναι ότι η πολιτική της τρόικας και της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ έχει στρατηγικό χαρακτήρα και είναι ο «κοινός τόπος» σύγκλισης αλλά και ανταγωνισμού ανάμεσα στα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου και σε εκείνα του πολυεθνικού κεφαλαίου (ευρωπαϊκού και μη). Αποτυπώνει τη σύμπλευσή τους στον κοινό στόχο της αγριότερης εκμετάλλευσης των μισθωτών αλλά και τον ανταγωνισμό τους για το πώς θα μοιραστεί το έπαθλο, η αυξημένη υπεραξία, αυτής της επιδρομής. Συμπυκνώνει χρόνιες επιδιώξεις του ελληνικού κεφαλαίου για τη βελτίωση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητάς του, που λόγω του συσχετισμού δεν είχαν προωθηθεί, σημερινές ανάγκες για την υπέρβαση της κρίσης και την ισχυροποίηση της θέσης του στο διεθνές σκηνικό, αλλά και επιδιώξεις των κεφαλαιοκρατών-πιστωτών της Ελλάδας που θέλουν να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους.
Στο πλαίσιο αυτό, το χρέος και η αποπληρωμή του αναδεικνύεται σε πολιορκητικό κριό αυτής της επίθεσης αλλά και σε βασικό μηχανισμό ανακατανομής της αποσπώμενης υπεραξίας, σε πεδίο συνάντησης της Ιερής Συμμαχίας κυβέρνησης, ΣΕΒ και τρόικας αλλά και σε πεδίο αναμέτρησής τους για το ποιος θα οικειοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος της πίτας. Από αυτή την άποψη, η εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση πρέπει ενιαία και ταυτόχρονα να στρέφεται ενάντια σε όλους τους πυλώνες αυτής της Ιερής Συμμαχίας -κυβέρνηση, ΕΕ, ΔΝΤ, κεφάλαιο-, κι αυτό από σαφείς ταξικές και διεθνιστικές θέσεις, με ατμομηχανή την αντίθεση στο σύστημα της εκμετάλλευσης, την αγορά, την κρατική καταπίεση.
Τρίτο, τι θέση έχει ο πόλεμος σε αυτά τα πλαίσια; Πολύ περισσότερο που, όπως δείχνει η ιστορία, όλες οι προηγούμενες μεγάλες κρίσεις ξεπεράστηκαν και με την προσφυγή σε γενικευμένους ή παγκόσμιους πολέμους. Άποψη του κειμένου είναι ότι το ενδεχόμενο του πολέμου γίνεται πολύ πιο πιθανό στις συνθήκες της κρίσης ως μέσο καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, λεηλασίας πλουτοπαραγωγικών πόρων, κερδοφόρας διεξόδου υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων, εξωτερίκευσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αναδιαμόρφωσης των γεωστρατηγικών ισορροπιών και πειθάρχησης του εσωτερικού εχθρού. Η Λιβύη, αλλά και το Σουδάν, η Κορέα και οι απειλές για το Ιράν είναι ένα τέτοιο δείγμα. Από την άλλη, το πολύπλοκο τοπίο της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης», η βαθιά αλληλλοδιαπλοκή των οικονομιών και των παραγωγικών διαδικασιών σε πλανητική κλίμακα, η στενότητα της κρίσης λειτουργούν ως ένα βαθμό ανασχετικά. Οι ταλαντεύσεις των ΗΠΑ και της Γερμανίας για τη Λιβύη είναι ενδεικτικές, αλλά και η προσπάθεια των ΗΠΑ να αξιοποιήσουν την υστέρηση Κίνας και Ρωσίας στο στρατιωτικό πεδίο και να τις εκπαραθυρώσουν από τη Λιβύη. Παράλληλα, η ιστορική ιδιομορφία της περιόδου είναι πως δεν υπάρχει για την ώρα καμιά άλλη δύναμη που μπορεί να αμφισβητήσει στρατιωτικά την αμερικανική υπεροπλία, παρόλο που οι ΗΠΑ είναι ο μεγάλος οικονομικός ασθενής. Τούτη η ασταθής ισορροπία θα σημαδεύει την επόμενη περίοδο, με τα περιστατικά τύπου Λιβύης -δηλαδή τις περιφερειακές πολεμικές συρράξεις- να πολλαπλασιάζονται, τον παγκόσμιο οικονομικό και νομισματικό πόλεμο να μαίνεται και την τάση για εκτεταμένη πολεμική σύρραξη να παραμένει ισχυρή ή, στο βαθμό που αυτό δεν γίνεται, τον κοινωνικό πόλεμο, τον «εσωτερικό εμφύλιο» να γίνεται ακόμη πιο άγριος.
Σύντροφοι και συντρόφισσες!
Ζούμε σε μια ανεπανάληπτη στιγμή, όπου όλα αλλάζουν στους όρους και το τοπίο της ταξικής πάλης. Κι όμως, μέσα σε αυτό το τοπίο της γενικευμένης ρευστότητας, όπου όλα τα ενδεχόμενα μοιάζουν ανοιχτά, υπάρχουν δύο σημαντικές σταθερές.
Σταθερά πρώτη: ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι βυθισμένος σε μια βαθύτατη, καθολική και παρατεταμένη κρίση, χωρίς ορατό τέλος και χωρίς ορατή στρατηγική ικανή να επαναφέρει την κερδοφορία σε ικανοποιητικά επίπεδα και να σταθεροποιήσει την αστική πολιτική ηγεμονία και κυριαρχία. Και το κυριότερο, οι διαφαινόμενες επιλογές για την υπέρβασή της κρίσης εμπεριέχουν όχι την υπόσχεση για ένα καλύτερο αύριο αλλά τη βεβαιότητα για ένα άγριο και διαχρονικό τσαλαπάτημα των εργατικών και νεολαιίστικων αναγκών, για μια κοινωνία κανιβαλική, για νέα βαθύτερα κρισιακά επεισόδια. Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής τη προοπτικής είναι το πανευρωπαϊκό μνημόνιο διαρκείας που ακούει στο όνομα «Σύμφωνο για το ευρώ».
Σταθερά δεύτερη: Είναι ορατή μια σημαντική μεταστροφή στο γενικό στίγμα, το ιστορικό πρόσημο της εποχής μας. Από μια εποχή στην οποία, ειδικά μετά το 1989, το ιστορικό προβάδισμα φαινόταν ότι ανήκε στις καπιταλιστικές τάσεις και τις αστικές ιδέες, περνάμε σε μια εποχή όπου το ιστορικό προβάδισμα γίνεται ευρύτερα φανερό ότι μπορεί να διεκδικηθεί και να κατακτηθεί από τις εργατικές-αντικαπιταλιστικές τάσεις και τις ιδέες της κομμουνιστικής χειραφέτησης. Από μια εποχή που η έννοια της κοινωνικής προόδου και του συλλογικού κοινωνικού συμφέροντος ταυτιζόταν με την αγορά, το κέρδος, τον ανταγωνισμό, τον ατομισμό, περνάμε σε μια εποχή που οι έννοιες αυτές ανιχνεύονται σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση, στην κοινωνική ιδιοκτησία, στη δημοκρατία των κάτω, στη συλλογική οργάνωση της ζωής, στο θρίαμβο της κοινωνικής ατομικότητας των ανθρώπων. Από μια εποχή που ο καπιταλισμός, η ΕΕ, η «παγκοσμιοποίηση», η μισθωτή εργασία παρουσιάζονταν ως αναντίρρητος μο­νόδρομος και μοναδική υπαρκτή λύση, περνάμε σε μια εποχή που ενισχύονται οι αναζητήσεις για μια άλλη κοι­νωνική προοπτική, σε ρήξη με την καπιταλιστική πραγ­ματικότητα. Από μια εποχή όπου η Αριστερά, η επανάσταση, ο κομμουνισμός, ο μαρξισμός ήταν σε «ιστορική καραντίνα», σε μια εποχή δυνατοτήτων επανεξόρμησής τους, με όρους μαζικούς και όχι απομονωμένων από τις μάζες πρωτοποριών.
Πώς στάθηκαν το κίνημα Αριστερά απέναντι στην πραγματικότητα αυτή; Είναι αλήθεια ότι και στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες υπήρξαν σημαντικές αντιστάσεις και αντιδράσεις. Ειδικά στην Ελλάδα, ζήσαμε συγκλονιστικές απεργίες, επίμονους κλαδικούς αγώνες, την Κερατέα, το «δεν πληρώνω» – κινήματα δηλαδή, που στο σύνολό τους συγκρίνονται, αν δεν είναι ανώτερα, από την ΕΑΣ που έριξε τον Μητσοτάκη ή τους αγώνες που έβαλαν φρένο στο ασφαλιστικό του Γιαννίτση. Αν «διαβάσουμε» τους αγώνες αυτούς κοιτώντας μόνο τον αφρό και τα άμεσα αποτελέσματά τους, θα μείνουμε στο ότι δεν ανέκοψαν τον παροξυσμό μέτρων της κυβέρνησης, της τρόικας και του ΣΕΒ. Μα και η εξέγερση στο Γουισκόνσιν δεν απέτρεψε τις ρυθμίσεις για τους δημόσιους υπαλλήλους, και οι αραβικές εξεγέρσεις -σημεία κι αυτές των καιρών μας και των διεργασιών που αναπτύσσονται- τελικά δεν υπερέβησαν ως τώρα τα όρια μιας πολιτικής εναλλαγής στο πλαίσιο της αστικής τάξης πραγμάτων, που αλλού εναποτίθεται στο στρατό, αλλού σε τμήματα του πολιτικού προσωπικού που ως χθες υπηρετούσαν τους εκλεκτούς της Δύσης και εσχάτως βαφτίστηκαν αντικαθεστωτικοί και αλλού στους πυραύλους και τα αεροπλάνα όλων όσων «αγωνιούν» υποκριτικά για το μέλλον του λιβυκού λαού.
Αν ψάξουμε λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια, όμως, θα παρατηρήσουμε πιο σημαντικές διεργασίες. Θα δούμε, για παράδειγμα, ως απόρροια της νέας κοινωνικής κατάστασης, της χρεοκοπίας του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος, της έλλειψης κινηματικών επιτυχιών και της στρατηγικής-πολιτικής ανεπάρκειας της Αριστεράς, να εκδηλώνονται διάφορες και αντιφατικές τάσεις. Καταρχήν, τάσεις συμβιβασμού και υποταγής στην κυβερνητική πολιτική ή σε εναλλακτικές λύσεις εντός του συστήματος, αλλά και τάσεις αμυντικού ρεφορμισμού σε διάφορες εκδοχές. Η τάση αυτή πολιτικά εκφράζεται με πολιτικές νεοκεϊνσιανής διαχείρισης που βρίσκονται πολύ πιο πίσω ακόμη και από τον κεϊνσιανισμό και το «κράτος πρόνοιας» του χθες – και είναι ο ΣΥΡΙΖΑ ένα τέτοιο παράδειγμα. Άλλου τύπου έκφρασή της είναι η πολιτική διαμαρτυρίας και κοινοβουλευτικής εξαργύρωσης της δυσαρέσκειας, χωρίς επαναστατικό νεύρο – όπως αυτή του ΚΚΕ. Μια ακόμη μορφή έκφρασής της είναι και οι πολιτικές που καταφεύγουν στον κινηματισμό, στις αντιεξουσιαστικές φαντασιώσεις ή στις περίκλειστες θεωρητικές περιδινήσεις.
Θα δούμε όμως και μια τάση ρήξης, ανατρεπτικής αναζήτησης, χειραφετητικής διεκδίκησης, η οποία εδράζεται στην ανάγκη των εργαζομένων και των νέων για μια καλύτερη ζωή, στις δυνατότητες της εποχής μας και της σύγχρονης εργατικής τάξης, στην ίδια την δυναμική της ταξικής πάλης και των συσχετισμών. Η τάση αυτή εκδηλώνεται σε όλες τις κινηματικές και πολιτικές μάχες τα τελευταία χρόνια και αναζητά πιο συνειδητά τρόπους και δρόμους συλλογικής πολιτικής συγκρότησης. Έκφραση αυτής της τάσης -μειοψηφικής, αδύναμης και όχι παγιωμένης, ασφαλώς- είναι η δυναμική των πρωτοβάθμιων σωματίων και η εκλογική καταγραφή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για να μιλήσουμε μόνο για την Ελλάδα και μόνο για το «δικό μας χωράφι». Αυτήν ακριβώς την τάση θέλει πολιτικά να φέρει στο προσκήνιο η προσπάθειά μας την επόμενη περίοδο, με αυτήν θέλει να γονιμοποιηθεί, αυτήν θέλει να «παιδαγωγήσει» και από αυτήν να «παιδαγωγηθεί».
Φτάνουμε, έτσι, σε ένα από τα κύρια συμπεράσματα του «Κειμένου Εργασίας»: Για να ανταποκριθούν το κίνημα, η Αριστερά, οι τάσεις κομμουνιστικής χειραφέτησης στις απαιτήσεις που θέτουν η κρίση, η αντεργατική επιδρομή και η ανώτερη κοινωνική και πολιτική σύγκρουση που ωριμάζει, δεν αρκούν οι πιο μαζικοί, μαχητικοί και συντονισμένοι αγώνες. Δεν αρκούν οι εξεγέρσεις σαν αυτές που γνωρίσαμε, δεν φτάνει μια ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση σαν αυτή που είχαμε. Απαιτείται μια ριζική τομή, μια ποιοτική στροφή, ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής, που θα καλύπτει με επάρκεια ΚΑΙ το πρόγραμμα και το περιεχόμενο μιας εργατικής αντικαπιταλιστικής απάντησης στην κρίση και στην αστική πολιτική υπέρβασής της, ΚΑΙ το δρόμο για την επίτευξή του ΚΑΙ τους φορείς, τα υποκείμενα που θα την επιβάλλουν. Ένα σχέδιο που θα πιάνει το νήμα της λογικής του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου που επεξεργαστήκαμε στο 2ο Συνέδριο θα την αναπτύσσει στο έδαφος της σημερινής πραγματικότητας, θα προχωράει στις απαιτούμενες τομές κι αναπροσαρμογές, υπερβαίνοντας χρόνιες αδυναμίες, αντιφάσεις και προβλήματα του εγχειρήματός μας, για τα οποία σαφώς και πρέπει να συζητήσουμε τολμηρά, αυτοκριτικά και, προπάντων, απαιτητικά.
Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι είναι μονόδρομος για το εργατικό κίνημα και την αντικαπιταλιστική Αριστερά η επεξεργασία και η προώθηση μιας εργατικής αντικαπιταλιστικής απάντησης με στρατηγικά χαρακτηριστικά, η οποία θα έχει ως ορίζοντα, «νεύρο», ζητούμενο και σκοπό την αντικαπιταλιστική επανάσταση, την εργατική εξουσία και δημοκρατία, την κομμουνιστική διεθνιστική απελευθέρωση.
Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι προϊόν μόνο της ιστορικής αισιοδοξίας μας. Αναδεικνύεται από την ίδια την ταξική πάλη. Πρώτον, γιατί ο σύγχρονος ολοκληρωτικός καπιταλισμός γίνεται ιδιαίτερα καταστροφικός απέναντι στο ανθρώπινο είδος και τη φύση. Γιατί ζούμε σε εποχή ιστορικής χρεοκοπίας του, στην οποία προβάλλει πιο άμεσα από ποτέ η εχθρότητά του με τις κοινωνικές ανάγκες, με την έννοια της συνολικής προόδου της ανθρωπότητας. Αλλά και γιατί ζούμε σε μια εποχή που προβάλλει τόσο η κοινωνική αναγκαιότητα και η ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για την ανατροπή του, όσο και η κοινωνιικοπολιτική τάση της ανατροπής αυτής. Δεύτερον, γιατί το πλήγμα που επιχειρεί η Ιερή Συμμαχία κυβερνήσεων, ΕΕ, ΔΝΤ, εκεφαλαίου έχει στρατηγικό χαρακτήρα, άρα το «αντίπαλο δέος» που επιβάλλεται να ορθωθεί απέναντί τους επιβάλλεται να έχει αντίστοιχη ποιότητα. Και τρίτον, γιατί η κρίση και η αστική γραμμή υπέρβασής της κάνουν αδύνατη κι ουτοπική κάθε αυταπάτη μόνιμης ρεφορμιστικής λύσης ή συνολικής πολιτικής λύσης μέσα στα πλαίσια του συστήματος και της ΕΕ, χωρίς καθαρή απάντηση στο ζήτημα της εξουσίας.
Ταυτόχρονα, η εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση είναι αναγκαίο να εδράζεται σε μια επαναστατική διαλεκτική σχέση άμεσων-μακρο­πρόθεσμων στόχων, κομμουνιστικής στόχευσης και καθημερινής αναμέτρησης με τις συνέπειες της κρίσης και την καπιταλιστική ανασυγκρότηση που επιχειρεί ο αστικός συνασπισμός εξουσίας. Σε μια πρακτική που θα πηγαίνει πιο μακριά και βαθιά από το απλό «όχι στο Μνημόνιο», την απλή υπεράσπιση των κεκτημένων, την ουτοπική επιστροφή σε μια κεϊνσιανή πολιτική «κράτους πρόνοιας».
Με ένα τέτοιο πλαίσιο φιλοδοξούμε να συνδέσουμε δημιουργικά και στην πράξη, συγκεκριμένα και στο σήμερα την επαναστατική στρατηγική με την επαναστατική τακτική, με τρόπο που θα αναδεικνύει «τη στρατηγική στο τιμόνι» αλλά και την πολιτικά αποφασιστική διάσταση της τακτικής. Και μάλιστα, να τις συνδέσουμε κατακτώντας ΚΑΙ μια επαναστατική τακτική ΚΑΙ μια επαναστατική στρατηγική ΚΑΙ μια επαναστατική σχέση μεταξύ τους.
Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι, για να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις και τις ανάγκες των καιρών, είναι απαίτηση και ανάγκη η εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση να περιλαμβάνει στο περιεχόμενό της:
– Την αναγκαιότητα, τη δυνατότητα, και την τάση της κομμουνιστικής διεθνιστικής απελευθέρωσης στην εποχή μας, ως τη μόνη προοπτική που απαντά στην κρίση, αλλά και στον ίδιο τον καπιταλισμό, την αιτία της κρίσης και όλων των δεινών που πλήττουν την κοινωνική πλειοψηφία.
– Την αντικαπιταλιστική επανάσταση, ως το ποιοτικό άλμα της ταξικής πάλης που απαιτείται για την εγκαθίδρυση μιας νέας εξουσίας, της εργατικής εξουσίας, και το άνοιγμα του δρόμου για τους κοινωνικοπολιτικούς μετασχηματισμούς της μεταβατικής περιόδου που οδηγούν στην εργατική δημοκρατία και την κομμουνιστική διεθνιστική απελευθέρωση.
– Το δρόμο του επαναστατικού αγώνα, της επαναστατικής τακτικής για την ανατροπή της αντεργατικής τομής του κεφαλαίου, για την ανατροπή της πολιτικής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και κάθε κυβέρνησης του την προωθεί, της ΕΕ και του ΔΝΤ ως δρόμο μαζικής πολιτικής πάλης για τις ανάγκες και τα δικαιώματα των εργαζομένων, αντιπαράθεσης και κλονισμού της κύριας στρατηγικής του κεφαλαίου για την υπέρβαση της κρίσης, αλλαγής των συσχετισμών, συγκρότησης και ωρίμανσης του κοινωνικοπολιτικού υποκειμένου της αντικαπιταλιστικής επανάστασης -μέσα από την ίδια την πείρα των μαζών-, προσέγγισης στις ποιοτικές καμπές της, διαμόρφωσης των όρων ώστε οι συγκρούσεις που τη χαρακτηρίζουν να είναι νικηφόρες, υπέρ της οικοδόμησης εργατικής εξουσίας.
Τα στοιχεία αυτά αντιμετωπίζονται ως διαλεκτικά αλληλοσυνδεόμενες και όχι ως αντιδιαλεκτικά ταυτιζόμενες πλευρές ενός ενιαίου και μακρόπνοου πολιτικού σχεδίου ή ως επίσης αντιδιαλεκτικά αποκομμένες πλευρές. Στόχος μας είναι στην πορεία προς το 3ο Συνέδριο να επιτύχουμε ένα ουσιαστικό προχώρημα και στις τρεις πλευρές που συγκροτούν το αντικαπιταλιστικό εργατικό πρόγραμμα της εποχής μας.
Σύντροφοι και συντρόφισσες!
Με βάση τη λογική που αναπτύχθηκε, θέτουμε στο κέντρο της πολιτικής τακτικής μας την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης και της αντιδραστικής τομής που επιχειρούν οι δυνάμεις του κεφαλαίου. Η ιστορική πείρα του Κομμουνιστικού Κινήματος και οι εμπειρίες των μαζών από τις αναμετρήσεις μεσούσης της κρίσης δείχνουν ότι η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης μπορεί να επιβληθεί με μαζικό πολιτικό αγώνα, με επαναστατικό δρόμο και τρόπο, τον μόνο που απαντά συγκεκριμένα στη συγκεκριμένη ανάγκη των εργαζομένων να αμυνθούν, να αντεπιτεθούν, να πετύχουν καίρια ρήγματα και κατακτήσεις, να ανατρέψουν την επίθεση και να συγκροτηθούν πολιτικά σε ανώτερο επίπεδο, ικανό να επιβάλει την αντικαπιταλιστική επανάσταση και τον κομμουνισμό. Δεν μπορεί να επιβληθεί κοινοβουλευτικά, θεσμικά, ούτε απλώς με την εκλογική ενίσχυση της Αριστεράς ή κάποιες «προοδευτικές» ή αριστερές κυβερνήσεις.
Η τακτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της συνολικής επίθεσης και του κοινωνικού-πολιτικού σφαγείου κυβέρνησης, ΕΕ, ΔΝΤ είναι πολιτικά ανατρεπτική, κοινωνικά αναγκαία και λαϊκά κατανοητή, αιχμηρή, αντίστοιχη του συσχετισμού δυνάμεων και της δυναμικής αλλαγής του σε επαναστατική κατεύθυνση. Επίσης, είναι ανοιχτή και «προς τα κάτω», καθώς μπορεί να συμπυκνώσει πολιτικά -κι όχι απλώς αθροιστικά- τις καίριες διεκδικήσεις του κινήματος και την πολιτική του αντιπαράθεση με τους πυλώνες της αντιδραστικής επίθεσης. Αλλά και «προς τα πάνω», καθώς αποτελεί γέφυρα προσέγγισης στην επαναστατική κατάσταση, επιτάχυνσής της και συγκρότησης του υποκειμένου που θα επιβάλλει τη νικηφόρα έκβαση της αντικαπιταλιστικής επανάστασης.
Το γιατί ισχύει αυτή η πλευρά είναι προφανές: αν η κρίση και η προωθούμενη αντιδραστική τομή έχει στρατηγική σημασία για το κεφάλαιο, αν είναι μονόδρομος για να ανακάμψει η κερδοφορία του και να εδραιωθεί πολιτικά η εξουσία του, αν αυτή η πολιτική συνενώνει τα άμεσα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του κεφαλαίου, το εθνικό με το διεθνικό του αστικού στρατοπέδου, τότε και η αντιπαράθεση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων με αυτή, η πάλη για την απόκρουση-ανατροπή της (σε κρίσιμους πυλώνες ή συνολικά), για τη δημιουργία καίριων τακτικών ρηγμάτων στους βασικούς νόμους της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, για την απόσπαση νικών και κατακτήσεων είναι ζωτικής σημασίας για το κίνημα και την Αριστερά. Γενικεύει και πολιτικοποιεί εκ των πραγμάτων την πάλη, έχει την τάση – αμεσότερη από ποτέ- να οδηγεί από την πάλη για το επιμέρους στην πάλη για το συνολικό, από τη μάχη για το μισθό στη μάχη ενάντια στην ΕΕ, από τη σύγκρουση για το αν θα περάσει ή όχι η αντιδραστική τομή στη σύγκρουση για τον ίδιο το χαρακτήρα της κοινωνίας, για την εκμετάλλευση, το κέρδος, την εξουσία. Είναι, δηλαδή, ο κρίκος που, αν «παλευτεί» αποτελεσματικά, μπορεί να αποτελέσει μια αιχμηρή πολιτική γραμμή και να συνδυάσει ουσιαστικά στο παρόν τη στρατηγική με την τακτική.
Είναι ο μοχλός, το πεδίο συγκέντρωσης ευρύτερων δυνάμεων στην τιτάνια μάχη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης και την επαναστατική υπέρβαση του εκμεταλλευτικού συστήματος γενικότερα. Είναι ο δρόμος προσέγγισης κι όχι αναμονής -στην ουσία επ’ άπειρον αναβολής, με πρόσχημα τις «ανώριμες υποκειμενικές προϋποθέσεις»- στην επαναστατική διαδικασία και την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας. Είναι ο δρόμος που φέρνει σε επαφή την τάση χειραφέτησης με εκείνη της συνδιαλλαγής-υποταγής, τη ρήξη-ανατροπή με την αντίσταση-διαμαρτυρία με τρόπο που προωθεί τη δεσπόζουσα θέση των πρώτων τάσεων και εξασφαλίζει την αλλαγή στους συσχετισμούς δύναμης και τη μείωση του ποσοστού εκμετάλλευσης.
Η πολιτική τακτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης παίρνει «σάρκα και οστά» με ορισμένες κεντρικές πολιτικές διεκδικήσεις-κόμβους, που συγκεκριμενοποιούν την ουσία και το περιεχόμενό του και συμπυκνώνουν τα επιμέρους αιτήματα των εργατικών, λαϊκών και νεολαιίστικων διεκδικήσεων. Αυτά τα πολιτικά αιτήματα επιδιώκουμε να βρίσκονται στην προμετωπίδα της πολιτικής της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και παράλληλα να χρωματίζουν καθοριστικά την αγωνιστική κίνηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.
Η αξία, ο ρόλος και ο χαρακτήρας αυτών των πολιτικών κόμβων –που περιγράφονται κωδικά στο «Κείμενο Εργασίας» έχουν δεχτεί πολλές αμφισβητήσεις και ενστάσεις – από πολλές πλευρές και με διαφορετικές αφετηρίες και επιδιώξεις. Κοινό στοιχείο της πολεμικής αυτής είναι η μη κατανόηση της λειτουργίας τους ως πολιτικών κόμβων που ανταποκρίνονται στα δεδομένα της σημερινής αντιπαράθεσης, αντιστρατεύονται την αστική στρατηγική (και δεν είναι απλώς «αντικαπιταλιστική μόδα», όπως διατείνεται το ΚΚΕ), υπερβαίνουν από εργατική σκοπιά και με ταξικό-αντικαπιταλιστικό κριτήριο τα πλαστά και ανύπαρκτα στην πράξη δίπολα, είναι λαϊκά κατανοητοί και αναγκαίοι, συνδέονται με συνδικαλιστικά αιτήματα της περιόδου και τις διαθέσεις μαχητικής αντίστασης, τα γενικεύουν και ξεδιπλώνουν το κουβάρι της αντιπαράθεσης συνολικά με την αστική πολιτική και το σύστημα – δηλαδή ως πολιτικών κόμβων λαϊκής αγωνιστικής συσπείρωσης, μάχης και σύγκρουσης, συγκέντρωσης δυνάμεων και επιμέρους διεκδικήσεων, δημιουργίας ρωγμών, γενίκευσης της πάλης και επιτάχυνσης της επαναστατικής ρήξης.
Ως τέτοιοι, δεν μπορούν να υλοποιηθούν με το περιεχόμενο που τους δίνουμε από αστικές μερίδες ή κυβερνήσεις (όπως ισχυρίζονται δυνάμεις του ΣΥΝ, του αντιεξουσιαστικού χώρου και της αυτονομίας κ.ά.) ούτε να στριμωχτούν σε ρεφορμιστικές συμπληγάδες (όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ).
Συντρόφισσες και σύντροφοι!
Η εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση, ο πολιτικός στόχος και το περιεχόμενό της συνδέονται άρρηκτα με τη διαμόρφωση των υποκειμένων που θα αγωνιστούν γι’ αυτά και θα τα επιβάλλουν. Ως ΝΑΡ έχουμε επεξεργαστεί την λογική μιας διαλεκτικής σχέσης μεταξύ των τριών πλευρών του επαναστατικού υποκειμένου, δηλαδή, μεταξύ κόμματος-μετώπου-κινήματος. Το ζήτημα αυτό θα αντιμετωπιστεί αναλυτικά στο επόμενο Πανελλαδικό Σώμα. Εδώ παρουσιάζουμε συνοπτικά τις τρεις βασικές επιδιώξεις και τα κριτήρια της παρέμβασής μας:
Πρώτο ζητούμενο είναι η συμβολή στην οικοδόμηση ενός νέου ταξικού εργατικού κινήματος απόκρουσης, ρήξης και ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης και τομής. Ενός κινήματος που θα πιάνει το νήμα των ελπιδοφόρων τάσεων που αναδείχτηκαν στις κοινωνικές μάχες της προηγούμενης περιόδου και θα τις αναπτύσσει κεντρικά και σε κάθε χώρο, στις αναμετρήσεις που θα ξεδιπλώνονται διαρκώς, αμφισβητώντας την αντεργατική επίθεση και βάζοντάς της έμπρακτα φραγμό. Και που θα καταφέρνει να είναι αποτελεσματικό στο βαθμό που -μέσα από μια σύνθετη πορεία κι όχι μέσα από παρθενογένεση- θα αντιστοιχεί στους νέους όρους της ταξικής πάλης, θα κατακτά ανώτερα πολιτικά χαρακτηριστικά (στο ύψος των ερωτημάτων που θέτει η εξέλιξη της ταξικής πάλης), θα υπερβαίνει τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ (που πλέον βρίσκεται σε αξεπέραστη κρίση και ιστορικό εκφυλισμό) και τον αδιέξοδο-αναποτελεσματικό δρόμο του ΠΑΜΕ και θα κινείται έμπρακτα σε μια λογική ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος και θα δημιουργεί πρωτότυπα και πολύμορφα όργανα άσκησης εργατικής πολιτικής από την ίδια την τάξη και το κίνημά της. Ειδική πλευρά, στο πλαίσιο αυτό, είναι η προσπάθειά μας να εξασφαλίζεται, μέσα στο μαζικό κίνημα και με τα χαρακτηριστικά και τη λογική που περιγράφονται στο «Κείμενο Εργασίας», η ευρύτερη δυνατή κοινή δράση των δυνάμεων της Αριστεράς αλλά και γενικότερα των τάσεων και δυνάμεων που στρατεύονται σε μια γραμμή αντίστασης και ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης.
Δεύτερο ζητούμενο είναι η συμβολή στην ανάπτυξη, την ισχυροποίηση, τον ποιοτικό εμπλουτισμό και την καλύτερη συγκρότηση (κινηματικά και κυρίως πολιτικά) του αριστερού αντικαπιταλιστικού δυναμικού, έτσι ώστε να έχουμε έμπρακτα βήματα στην αλλαγή των κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών, στην προωθητική «συνάντηση» των συνειδητών, ημισυνειδητών και αυθόρμητων ριζοσπαστικών-αντικαπιταλιστικών τάσεων, στην αλλαγή του χάρτη στην Αριστερά και στη δυναμική εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο ενός υπολογίσιμου πόλου της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής Αριστεράς.
Πρόκειται για ένα στόχο εξαιρετικά επίκαιρο, αναγκαίο και εφικτό. Επίκαιρο γιατί πάντα οι ιστορικές καμπές σαν τη σημερινή θέτουν το ερώτημα στην Αριστερά κάθε απόχρωσης: ριζοσπαστική ανασυγκρότηση ώστε να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα της ταξικής πάλης ή πολιτική και κοινωνική απαξίωση μακράς πνοής. Αναγκαίο γιατί τα ευρύτερα πολιτικά ερωτήματα του κόσμου των αγώνων -και ειδικά του ριζοσπαστικού τμήματος- έχουν αναβαθμιστεί, σφραγίζουν τη στάση του απέναντι στο κίνημα και κρίνουν το μέλλον και την προοπτική των αγώνων. Και εφικτό διότι ήδη κάτω από την επίδραση της κρίσης και της αντιδραστικής τομής «ανατινάζονται» οι διαχωριστικές γραμμές και οι κομματικές περιχαρακώσεις του χθες, πολλαπλασιάζονται οι προβληματισμοί και οι διεργασίες σε όλους τους πολιτικούς χώρους και τις μαχόμενες δυνάμεις του κινήματος, και -ως αποτέλεσμα όλων αυτών- δημιουργείται μια ευρύτερη και πολύμορφη αντικαπιταλιστική ζώνη από πρωτοπόρα στοιχεία του κινήματος, τμήματα που αναζητούν αντικαπιταλιστικά, τάσεις που διαφοροποιούνται (ή έστω προβληματίζονται) στο ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στη βάση των αστικών κομμάτων, τμήματα των εργατικών σχημάτων, των ΕΑΑΚ και των κινήσεων πόλης, της ριζοσπαστικής διανόησης που επιζητούν κάτι συνολικό. Μια ζώνη που -με αφετηρία το ΝΑΡ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και κυρίως το αναβαθμισμένο ΝΑΡ και την αναβαθμισμένη και ποιοτικά μετασχηματισμένη ΑΝΤΑΡΣΥΑ- μπορεί και πρέπει να οδηγήσει σε μια νέα ποιοτικά ανώτερη ενωτική συγκρότηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, να συγκροτηθεί δηλαδή πολιτικά με επείγοντα και τολμηρό τρόπο, σε όσο το δυνατόν πιο προωθημένη βάση, με όσο το δυνατόν ευρύτερη επίδραση και όσο το δυνατόν πλουσιότερη παρουσία σε χώρους εργασίας, γειτονιές, χώρους μόρφωσης και συνολικά πολιτικά, με τον πόλο-μέτωπο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.
Η ανταπόκριση στο καθήκον αυτό, η κατοχύρωση της πολιτικής και οργανωτικής αυτοτέλειας ενός τέτοιου ρεύματος (συνολικά πολιτικά, αλλά και σε επίπεδο χώρων, γειτονιάς, νεολαίας) είναι όρος όχι μόνο για να απαντιέται το κύριο πρόβλημα της στρατηγικής και τακτικής επάρκειας και της κοινωνικής γείωσης της Αριστεράς, αλλά και για να εξασφαλίζεται η ευρύτερη, αποτελεσματικότερη και προωθητική κοινή δράση των δυνάμεων της Αριστεράς.
Τρίτο ζητούμενο είναι η συμβολή στη δημιουργία φορέα-οργάνωσης που θα εκφράζει τις κομμουνιστικές τάσεις της εποχής μας, θα εργάζεται συνειδητά για τη συγκρότηση και την ενδυνάμωσή τους και για την προώθηση του κομμουνιστικού προγράμματος της εποχής μας και θα συνεισφέρει στη δημιουργία του αναγκαίου κόμματος που απαιτεί η κομμουνιστική διεθνιστική απελευθέρωση. Η πλευρά αυτή δεν μπορεί να υποτιμηθεί ούτε να αναβληθεί, καθώς η ιστορικών διαστάσεων κρίση του καπιταλισμού και το σκοτεινό μέλλον που διαμορφώνει πλήττουν καίρια τον καπιταλιστικό μονόδρομο, τροφοδοτούν τις αντικαπιταλιστικές αναζητήσεις και δίνουν τη δυνατότητα στην Αριστερά και τις κομμουνιστικές δυνάμεις να υπερβούν το «σοκ του 1989», να σπάσουν τον κλοιό της ιδεολογικοπολιτικής απομόνωσης και να ανακτήσουν μια νέα επιθετική δυναμική ή και το ιστορικό προβάδισμα απέναντι στις τάσεις καπιταλιστικής καθήλωσης. Επίσης δεν μπορεί να υποτιμηθεί καθώς όλο και πιο έντονα προβάλλουν όχι μόνο το αποτρόπαιο πρόσωπο του σύγχρονου καπιταλισμού αλλά και η πιο οργανική σύνδεση κάθε πραγματικού αγώνα ρήξης και ανατροπής βασικών πυλώνων ή και του συνόλου της επίθεσης με το ζήτημα της εξουσίας και της αντικαπιταλιστικής επανάστασης. Καθώς σήμερα είναι η ώρα να αμφισβητηθούν συθέμελα όχι μόνο οι επιπτώσεις της κρίσης, αλλά οι αιτίες της, το καθεστώς της εκμετάλλευσης και της απόσπασης υπεραξίας, η μισθωτή σκλαβιά, η τυραννία του χρήματος, η μόλυνση της ζωής από το κέρδος και την εμπορευματοποίηση, η καταπίεση από τις σύγχρονες Βαστίλες της αστικής εξουσίας σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο. Ως συμβολή σε αυτή την πορεία, στο 3ο Συνέδριο θέτουμε καίρια και το ζήτημα του βαθύτερου κομμουνιστικού μετασχηματισμού του ΝΑΡ, στη φυσιογνωμία, στο πρόγραμμα, στην πολιτική, στην πρακτική του στο κίνημα, στην εργατική του δικτύωση, στην οργανωτική λειτουργία και κουλτούρα και στα σύμβολα και στην ονομασία του.

Αντιμετωπίζουμε τους τρεις αυτούς παράγοντες που συνθέτουν το πολιτικό υποκείμενο της εργατικής αντικαπιταλιστικής απάντησης στην κρίση και συνολικότερα της επαναστατικής διαδικασίας στην ενότητα και την αλληλοδιαπλοκή τους, όχι αποσπασμένα κι αποσπασματικά. Κάθε βήμα ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος δημιουργεί γόνιμο έδαφος για να ανθήσουν τόσο η κομμουνιστική επαναθεμελίωση και ο φορέας της όσο και το πολιτικό μέτωπο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Και το αντίστροφο, κάθε βήμα που θα προωθεί τον πόλο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και την κομμουνιστική υπόθεση θα έχει ευεργετική επίδραση και θα δίνει φτερά, αποτελεσματικότητα και προοπτική στο κίνημα και τις καθημερινές αναμετρήσεις με την αντεργατική λαίλαπα. Οφείλουμε να δουλέψουμε πιο πολύ πάνω σε αυτή τη διαλεκτική του επαναστατικού υποκειμένου, και για να υπερβούμε το «βεβαρημένο παρελθόν» της Αριστεράς (μηδέ του ΝΑΡ και της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς εξαιρουμένων) και για να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της εποχής.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: