ΝΑΡ Θεσσαλονικης

για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση

Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα την εποχή του μεσοπολέμου

Ο Άγγελος Ελεφάντης επιλέγοντας ως τίτλο στο καθιερωμένο εδώ και 3 δεκαετίες βιβλίο του «Η Επαγγελία της αδύνατης επανάστασης» παρατηρεί ένα κομμουνιστικό κόμμα, το ΚΚΕ του μεσοπολέμου, και γενικότερα ένα κομμουνιστικό κίνημα να επαγγέλλεται την επανάσταση, χωρίς αυτή η επαγγελία κατά την άποψή του να προκύπτει από τις δεδομένες συνθήκες. Για αυτό το λόγο ουσιαστικά θεωρεί πως η επανάσταση καθίσταται τελικά αδύνατη και πρόκειται για μια ουτοπία επιβεβλημένη εκ των άνωθεν, δηλαδή από την ΕΣΣΔ.

Του ΚΩΣΤΑ ΠΑΛΟΥΚΗ

Εντελώς αντίθετα όμως, η ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 1920 και αργότερα βέβαια του 1930 έμοιαζε σε εκείνους που την ζούσαν με ένα μεγάλο κοινωνικό καζάνι που έβραζε και ήταν έτοιμο να εκραγεί.  Ο Ελεφάντης, ενώ καταφέρνει να εξηγήσει και να ερμηνεύσει το επαναστατικό αδύνατο, ποτέ δεν κατάφερε να εξηγήσει και να ερμηνεύσει το επαναστατικό αίτημα. Δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει πως αυτό το έντονα ταξικά πολωμένο κλίμα δε θα μπορούσε παρά να διαπεράσει το ΣΕΚΕ και να θέσει στους ηγέτες του την επαναστατική υποχρέωση να ανταποκριθούν στις ταξικά «πολεμικές» συνθήκες. Είχαν δηλαδή πάρα πολλούς απτούς λόγους οι έλληνες κομμουνιστές της εποχής, ώστε να ερμηνεύουν τις συνθήκες γενικά ως επαναστατικές και να προσβλέπουν για την επίτευξη της επαναστατικής επαγγελίας στις δυνατότητες του νικηφόρου ρωσικού κομμουνισμού. Εξάλλου, βέβαια στην Ευρώπη μια προλεταριακή επανάσταση είχε καταφέρει να νικήσει και επιχειρούσε να «οικοδομήσει τον σοσιαλισμό» στην Ρωσία, ενώ ένα διεθνές κομμουνιστικό κόμμα, η ΚΔ, είχε επανασυσπειρώσει το επαναστατικό δυναμικό, κάνοντας ξανά επίκαιρο το κομμουνιστικό όραμα του Μαρξ.

Ο μεσοπόλεμος ορίζεται να ξεκινάει από το τέλος του Α Παγκόσμιου Πολέμου, όριο το οποίο στην περίπτωση της Ελλάδας επεκτείνεται λίγο για να αγκαλιάσει την Μικρασιατική Καταστροφή. Ο πόλεμος μαζί με τον βενιζελικό εκσυγχρονισμό θα είναι τομή για τα εργατικά στρώματα στην Ελλάδα από πολλές απόψεις. Πρώτον, θα κληροδοτήσει τη σύλληψη της κοινωνική δομής ως διαταξικής. Δεύτερον, θα κληροδοτήσει ένα νεωτερικό εργατικό νομοθετικό πλαίσιο και ως εκ τούτου έναν νεωτερικό λόγο, ο οποίος ανασημασιοδοτεί τους όρους αυτοσυνείδησης των εργατικών στρωμάτων και μεταμορφώνει τις μορφές οργάνωσης, διαμαρτυρίας, αλλά και τα αιτήματα της εργατικής τάξης. Τρίτον, θα αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των εργατών. Το πιο σημαντικό είναι, τέταρτον, όμως ότι μετασχηματίζει την δομή της εργασίας δημιουργώντας ένα είδος «νέας εργατικής βάρδιας». Και αυτό γίνεται με δύο τρόπους.

Α. Η νέα εργατική βάρδια:

α. συντεχνιάζοντα εργατικά στρώματα μισθωτών τεχνιτών

Καταρχήν μετασχηματίζεται ο κυρίαρχος παραδοσιακός συντεχνιακός συνδικαλισμός που αφορούσε την πλειονότητα των εργαζομένων. Ο παραδοσιακός αυτός εργατικός πληθυσμός αποτελείται από εργάτες τεχνίτες και εργάτες υπαλλήλους (κουρείς, βυρσοδέρψες, σερβιτόρους καφενείων ή ζαχαροπλαστείων, τεχνίτες ζαχαροπλάστες, αρτεργάτες, υποδηματεργάτες, υπαλλήλους εμπορικών καταστημάτων, τυπογράφους, μακαρονοποιούς, οικοδόμους, μπετατζήδες, λιθογράφους, καπνεργάτες κεραμοποιοί κλπ). Τα επαγγέλματα αυτά είναι κυρίως αντρικά, εκτός από την καπνεργασία, εμπεριέχουν το στοιχείο της τέχνης, δομούνται πάνω σε παραδοσιακές ιεραρχίες βασισμένες στη γνώση της ειδικότητας, τα χρόνια στην εργασία, την ηλικία. Σε αυτά τα επαγγέλματα εργάζονται και παιδιά σε πολύ μικρή ηλικία, συνήθως αμισθί για να μάθουν την τέχνη. Οι ηλικίες είναι κυρίως μικρές, ενώ τα επαγγέλματα διακρίνονται με βάση τους τόπους καταγωγής. Το στοιχείο της καταγωγής συνδεμένο με την εργασία  διαμόρφωσε σε κάθε επάγγελμα ένα πολύ συγκεκριμένο δίκτυο διαπροσωπικών σχέσεων βασισμένο στην συγγένεια και την κοινή καταγωγή και μια πολύ συγκεκριμένη επαγγελματοπική ταυτότητα. Για παράδειγμα οι ζαχαροπλάστες προέρχονταν αποκλειστικά από τις περιοχές των Ιωαννίνων. Οι κτίστες για μια περίοδο στην Αθήνα από την Ανάφη κ.λ.π.

Ο συνδικαλισμός σε αυτόν τον εργατικό πληθυσμό είναι συντεχνιακός και δημιουργείται με το κίνημα των Συντεχνιών στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Σε αυτό το παραδοσιακό παραγωγικό μοντέλο οι όροι οργάνωσης της εργασίας στους εργασιακούς χώρους δεν καθορίζονταν ωστόσο μόνο από εργοδότες. Οι επιδιώξεις των εργατών διαμόρφωναν αυτούς τους όρους. Διότι αν οι εργοδότες αντιμετώπιζαν την οργάνωση της παραγωγής από τη σκοπιά του χαμηλού κόστους  παραγωγής, οι ειδικευμένοι εργάτες την αντιμετώπιζαν με μια ριζωμένη αντίληψη περί «ηθικής τάξεως» στην οικονομία. Η στάση τους χαρακτηριζόταν ηθική για δύο λόγους: αφ’ ενός ερχόταν σε αντίθεση με την επιχειρηματική νοοτροπία του κέρδους που επέβαλλαν οι κανόνες λειτουργίας της αγοράς στην οργάνωση των επιχειρήσεων ή και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι εργάτες αυτοί είχαν συνηθίσει να εργάζονται με έναν τέτοιο τρόπο που με τα σημερινά κριτήρια λειτουργίας ων επιχειρήσεων θα θεωρούνταν εντελώς αντιπαραγωγικός. Αφ’ ετέρου απηχούσε ένα σύνολο λαϊκών αντιλήψεων για το πώς πρέπει να είναι και να λειτουργούν οι κοινωνικές σχέσεις. Βασικά συστατικά στοιχεία των αντιλήψεων ήταν η ποιότητα της εργασίας, η εξασφάλιση της εργασίας.

Μετά το 1922 λαμβάνει χώρα στον τομέα αυτό της παραγωγής μια σημαντική τομή, καθώς η γρήγορη ένταξη των προσφύγων μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο στους τομείς και στους κλάδους εκείνους όπου το ύψος των αναγκαίων επενδύσεων ανά θέση εργασίας ήταν χαμηλό. Τέτοια πεδία της παραγωγής ήταν πρώτον η γεωργία, δεύτερον η ελαφρά βιομηχανία. Τρίτον, ακόμη πιο γρήγορη και φθηνότερη ήταν η δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης στον τριτογενή τομέα και ιδιαίτερα στο εμπόριο. Έτσι, παρότι η δεκαετία του 1920 χαρακτηρίζεται από μεγάλους αριθμούς ίδρυσης νέων βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, οι περισσότερες όμως από αυτές ήταν πολύ μικρές. Ενώ εκτός από την ταπητουργία, κανένας νέος κλάδος δεν εισήλθε να προστεθεί στους ήδη υπάρχοντες. Με άλλα λόγια η έλευση των προσφύγων μπορεί να διεύρυνε το αριθμητικό μέγεθος του εργατικού δυναμικού, δεν φαίνεται όμως να προκάλεσε κάποια ποιοτική αλλαγή στην προϋπάρχουσα δομή της ελληνικής βιομηχανίας και στον τριτογενή τομέα. Προκάλεσε όμως μια ποσοτική αλλαγή διευρύνοντας σημαντικά τόσο τους απόλυτους όσο και τους σχετικούς αριθμούς των εργατών. Αυτή η ποσοτική αλλαγή ανατρέπει σε όλο και περισσότερους κλάδους τις σχέσεις κοινής καταγωγής και συγγένειας, διαλύει τις συντεχνιακές δομές, υπονομεύει τις τοπικοεπαγγελματικές ταυτότητες, αν και σε πολλές περιπτώσεις απλά προσέθεσε έναν νέο διαχωρισμό αυτόν μεταξύ προσφύγων και ντόπιων. Αυτός όμως ο διαχωρισμός, ήταν όμως περισσότερο πολιτικοτοπικός και δε δημιουργούσε μια νέα ενιαία συντεχνιακή ταυτότητα, αφού στο εσωτερικό του έσπαγε σε δεκάδες άλλες υποκατηγορίες προσφυγικών τοπικών ταυτοτήτων. Η συνδικαλιστική παράδοση και εμπειρία που προϋπήρχαν στους κλάδους αυτούς λειτούργησαν θετικά στην συνδικαλιστική και πολιτική οργάνωση της νέας αυτής εργατικής γενιάς ενισχύοντας σημαντικά την ενιαία εργατική συνείδηση. Συγκεκριμένα, την περίοδο 1926-1930, αμέσως δηλαδή μετά την πτώση του Πάγκαλου, ένα ισχυρό απεργιακό κύμα ξεσπάει σε όλους αυτούς τους κλάδους, ενώ εκτοξεύεται ο αριθμός των συνδικαλισμένων.

Το ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι ότι οι παλιές ηθικές αντιλήψεις αποκτούσαν πολιτικό και ταξικό προσανατολισμό μέσα από τις επιδιώξεις των εργατικών σωματείων, μετασχηματίζονταν και μετατρέπονταν σε πολιτικό λόγο. Σταδιακά προστέθηκαν σε αυτές τις ηθικοταξικές αντιλήψεις περισσότερο σύγχρονα εργατικά αιτήματα που αφορούσαν το ωράριο, το μισθό και την ασφάλιση, ενώ σε αρκετά περιορίστηκαν τα συντεχνιακά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να πάψουν να υπάρχουν. Οι κλάδοι που αντιστοιχούν σε αυτό το μοντέλο είναι τρεις: ο πρώτος είναι ο καπνεργατικός, ο δεύτερος είναι εκείνος των μικρών βιοτεχνικών μονάδων ή εργαστηρίων, ενώ ο τρίτος αφορά το εμπόριο και τις υπηρεσίες.

Ως γνωστό, λοιπόν, πρωτοπορία του εργατικού κινήματος στον μεσοπόλεμο ήταν οι καπνεργάτες. Το πρόβλημα που ήταν γνωστό ως καπνικό ζήτημα συνίστατο στο βαθμό επεξεργασίας των φύλλων καπνού. Οι εργάτες επέμεναν στην αναγκαιότητα επεξεργασίας των φύλλων, διότι από αυτή εξαρτάτο το εισόδημά τους. Αντίθετα, οι καπνέμποροι έδειχναν την τάση να εξάγουν στο εξωτερικό όσο το δυνατόν περισσότερο προϊόν ακατέργαστο ή μόνον ελαφρά κατεργασμένο. Την περίοδο 1927 – 1928 εκδηλώθηκαν οι μαζικότερες και δραματικότερες απεργίες των καπνεργατών. Οι καπνεργάτες συνδέθηκαν από πολύ νωρίς με το ΚΚΕ και τη ΓΣΕΕ. Ανακηρύχθηκαν σε πρωτοπορία του εργατικού κινήματος διότι μπορούσαν να διεξάγουν τους μεγαλύτερους σε συμμετοχή, διάρκεια και μαχητικότητα απεργιακούς αγώνες. Η δράση τους ενέπνεε στους άλλους εργάτες το αίσθημα της συμμετοχής σε ένα κοινό σύνολο αξιών και σημασιών της εργασίας. Αυτό συνέβαινε γιατί τα αιτήματα που έθεταν στις απεργίες τους δεν αφορούσαν αποκλειστικά το επάγγελμά τους. Ο αγώνας τους επιδίωκε την πραγματοποίηση των οραμάτων μιας ολόκληρης κοινωνίας: την έμφαση στην ποιότητα εργασίας, το ιδεώδες της οικογενειακής εργασίας, τη σαφή κατά φύλα  κατανομή εργασίας.

Ενδεικτικό μοντέλο των μικρών βιοτεχνικών μονάδων ή εργαστηρίων ήταν ο κλάδος των αρτεργατών. Τα πρωτόκολλα εργασίας που υπέγραφαν με τους εργοδότες περιέγραφαν με λεπτομέρειες τη διαδικασία παραγωγής ψωμιού. Η μέτρηση της καθημερινής εργασίας των αρτεργατών δεν γινόταν στη βάση του χρόνου, αλλά στη βάση του παραχθέντος προϊόντος και αμείβονταν με βάση αυτό. Προσπαθούσαν διατηρώντας την ποιότητα εργασίας και τον έλεγχο επί της παραγωγής να διατηρούν μεγάλα ημερομίσθια, κατανομή του χρόνου και της εργασίας με βάση τις συνήθειές τους και την εξεύρεση εργασίας για όλους τους εργάτες του κλάδου. Το αρτεργατικό κίνημα συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με τους αρχειομαρξιστές, ιδίως στην Παλαιά Ελλάδα. Το Σωματείο Αρτεργατών Αθήνας υπήρξε εξίσου μοντέλο και πρότυπο για τους εργατικούς κλάδους αποδεικνύοντας ότι η οργάνωση και η εργατική πάλη είναι εκείνη που μπορεί να επιφέρει νίκες. Και οι δύο αυτοί κλάδοι υπήρξαν πρωτοπόροι στην δημιουργία ασφαλιστικών οργανισμών, ακριβώς εξαιτίας της πίεσης που ασκούσαν.

β. η μοντέρνα εργατική τάξη

Η ίδρυση των σιδηροδρόμων, των τραμ και εισαγωγή του ηλεκτρικού φωτός δημιουργεί από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και ολοένα και περισσότερο τις πρώτες δεκαετίες του 20ου μια νέα κατηγορία εργατών.  Εργάτες σε τραίνα, Τραμ, φωταεριεργάτες, κλπ. Κυρίως άντρες. Πρόκειται για πιο μοντέρνες δομές εργασίας και για αυτό το σωματείο των τριατικών εμπεριέχει τρεις κλάδους. Ειδικά οι εργάτες του τραίνου είναι οι καλύτεροι αμειβόμενοι. Έχουν ισχυρό συνδικαλισμό. Πλην όμως των εργατών τραίνων οι υπόλοιπες κατηγορίες βρίσκονται σε πολύ δύσκολες εργασιακές συνθήκες, ειδικά οι φωταεριεργάτες. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας/βιοτεχνίας που υπερβαίνει τα παραδοσιακά συντεχνιακά μοντέλα παραγωγής διαμορφώνει και το μοντέρνο προλεταριάτο. Πολλές όμως βιομηχανίες συνυπάρχουν με τις βιοτεχνίες. Η ταπητουργία, κλωστοϋφαντουργία, υφαντουργία, ποτοποιία, χαρτοποιία, χημική βιομηχανία, πυριτοποιίο, καπνεργοστάσιο, μηχανουργία κλπ. Στους κλάδους αυτούς εργάζονται και άντρες, στις δύσκολες μηχανές, αλλά κυρίως γυναίκες στις εύκολες εργασίες. Γενικά η εργασία καταμερίζεται κατά φύλο. Οι συνθήκες εργασίας είναι πάρα πολύ ιεραρχημένες και τα εργοστάσια οργανώνονται πάνω σε σύγχρονες μεθόδους. Σε αυτούς τους κλάδους οργανωμένοι συνδικαλιστικά είναι μόνο οι παλιοί σε κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια. Γενικότερα, οι διεκδικήσεις των εργατών και εργατριών της κλωστοϋφαντουργίας τον μεσοπόλεμο ήταν κυρίως οικονομικές/μισθολογικές. Υπήρχαν ακόμα αιτήματα που εναντιώνονταν στις μεθόδους ένταξης του εργατικού δυναμικού στο εργοστασιακό σύστημα και στους τρόπους πειθάρχησής του, όσο και αιτήματα που εναντιώνονταν στην απόσπαση της υπεραξίας με την επιμήκυνση του χρόνου εργασίας (αίτημα για την καθιέρωση του οκτάωρου και την κατάργηση της κατ’αποκοπήν αμοιβής). Οι εργατικές διεκδικήσεις αφορούσαν επίσης τις κοινωνικές ασφαλίσεις, την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας και την κατοχύρωση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών. Το ζήτημα που τίθεται διαρκώς είναι η συνδικαλιστική οργάνωση αυτών των εργατικών κλάδων, καθώς πλην της υφαντουργίας οι κλάδοι αυτοί εμφανίζονται κατά το μεσοπόλεμο.  Οικονομικά ή άλλα, τα αιτήματα των εργατών και εργατριών κλωστοϋφαντουργίας εγγράφονταν σε ένα πλέγμα σύγχρονων βιομηχανικών σχέσεων, δεν ανταποκρίνονταν σε προ-βιομηχανικού τύπου αιτήματα σχετικά με τον έλεγχο της εργασιακής διαδικασίας ή την αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας. Τα αιτήματα τους (για τα ημερομίσθια, για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου, για τις συνθήκες εργασίας και την επιβολή προστίμων) σχετικοποιούν, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο της χώρας, τον Πειραιά, την άποψη που έχει διατυπωθεί από τον Αντώνη Λιάκο, ότι οι αγώνες των ελλήνων εργατών δεν εγγράφονταν τόσο στο πλαίσιο των βιομηχανικών σχέσεων αλλά (…) συγκεντρώνονταν γύρω από τον άξονα της πάλης εναντίον της αισχροκέρδειας και της ανύψωσης των τιμών. Ούτε επρόκειτο για αιτήματα που αφορούσαν την αντίσταση στον εκκαπιταλισμό της αγοράς εργασίας≫,147 ζητώντας τον έλεγχο της εργασιακής διαδικασίας.

Η μεγάλη τομή για τον βιομηχανικό κλάδο γενικά θα έρθει μετά την οικονομική κρίση του 1929. Γύρω στο 1933 η βιομηχανία ανακάμπτει και βιώνει μια πρωτόγνωρη ανάπτυξη και συγκεντροποίηση, η οποία θα επιφέρει μια σημαντική διαφοροποίηση στη σύνθεση της εργατικής τάξης και κατ’ επέκταση στο χαρακτήρα της οργάνωσής της. Π.χ. στα 1930 οι υφαντικές βιομηχανίες συνολικά απασχολούσαν περίπου 20.000 εργαζομένους. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα διευρύνει την ένταση ανάμεσα σε δύο μοντέλα οικονομικής διάρθρωσης, ένα «παλιό» που πιέζει όμως να μείνει και τελικά παραμένει και ένα «νέο» που έρχεται, αλλά δεν επιβάλλεται. Αυτή η αντίφαση επιτείνει την ήδη μεγάλη σύγχυση που επικρατεί στους εργάτες και στα αριστερά κόμματα. Έτσι, το 43% των εργαζομένων απασχολούνταν σε μικρά εργαστήρια, ενώ το 39% συγκεντρωνόταν σε επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους και μόνο 236 μεγαλύτερες επιχειρήσεις συγκέντρωναν το 25% της συνολικής εργατικής δύναμης. Έτσι, παρουσιάζεται το κλασσικό φαινόμενο του δυισμού ανάμεσα στον τομέα των λίγων μεγάλων επιχειρήσεων και τη θάλασσα των μικρών εργαστηρίων. Στη δεύτερη περίπτωση η εξαρτημένη εργασία συμφύρεται με την αυτοαπασχόληση και την οικογενειακή εργασία, ενώ στην πρώτη κλασικότερες καπιταλιστικές μορφές. Ανάλογη είναι η σύνθεση του εργατικού δυναμικού. Με βάση τους υπολογισμούς του Αντώνη Λιάκου, μπορούμε να διακρίνουμε ένα πυρήνα 180.000 εργατών, ο οποίος περιβάλλεται από έναν κύκλο ανειδίκευτων, εποχικών ή αυτοπασχολούμενων εργατών γύρω στους 400.000.

Β. Συνδικαλισμός

Έχει μια σημασία να περιγράψουμε τα συνδικαλιστικά χαρακτηριστικά των παρατάξεων που εμφανίστηκαν να λειτουργούν μέσα στο εργατικό κίνημα κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.

α. οι σοσιαλδημοκράτες

Το συνδικαλιστικό ρεύμα που κυριάρχησε στη ΓΣΕΕ από το 1926 ως το 1936 ήταν η ομάδα των συνδικαλιστών γύρω από τον Ιωάννη Καλομοίρη και προέρχεται από την ομάδα του Εμμανουήλ Μαχαίρα με εφημερίδα την Άμυνα στα 1920. Η εφημερίδα δημοσίευε σύντομες ειδήσεις για το συνδικαλιστικό κίνημα, κύριος στόχος της ήταν η πάλη εναντίον του ΣΕΚΕ και της επιρροής των κομμουνιστών σε αυτό. Τους κατηγορούσε πως με την ακραία πολιτική τους είχαν διασπάσει το συνδικαλιστικό κίνημα, πως όχι μόνο είχαν ανακόψει τη φιλεργατική πολιτική του κράτους, αλλά, εξαγριώνοντάς το, έθεταν σε κίνδυνο τις έως τότε εργατικές κατακτήσεις: «είμεθα εργατικοί και είναι μπολσεβίκοι, θέλομεν απλώς να εξασφαλίσωμεν την θέσιν μας που μας ανήκει και εννοούν δια της βίας να μας κάνουν δικτάτορας. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο εργαστήριο και το σοβιέτ δεν είναι επινόησής τους, αλλά παραπέμπει σε μια από τις βασικές ιδέες του γαλλικού «καθαρού συνδικαλισμού». Στην πραγματικότητα η αντίθεση αυτή εδράζεται στην αντίθεση προβιομηχανικού καπιταλισμού και βιομηχανικού καπιταλισμού, όπως αυτή αποτυπώνεται στις εργατικές συνειδήσεις, αλλά και στα κατάλοιπα που άφησε ο προβιομηχανικός συντεχνιακός συνδικαλισμός σε νεωτερικής μορφής εργατικά προλεταριακά στρώματα. Πρόκειται σε ένα βαθμό για αντιλήψεις γύρω από την τιμή, τον ανδρισμό, την οικογένεια, τον ρόλο του εργάτη στην παραγωγή και σε έναν άλλο βαθμό σε ιεραρχήσεις που αφορούν το εσωτερικό των σύγχρονων βιομηχανιών που γίνονται κατανοητές με βάση όρους, έννοιες των προβιομηχανικών δομών, οι οποίες τώρα αποκτούσαν εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, γίνονταν δηλαδή εργοδοτικές. Για παράδειγμα, οι εργάτες που πάλεψαν για την συντηρητικοποίηση του σωματείου υφαντουργών Πειραιά κόντρα στους κομμουνιστές και συντάχθηκαν με την ομάδα Μαχαίρα στην πλειοψηφία τους ήταν εργάτες ψηλά ιεραρχικά στην ενδοεργοστασιακή εργασιακή κατανομή. Χρησιμοποιούσαν ορολογία που παρέπεμπε σε προβιομηχανικές συνθήκες, αλλά είχε εντελώς σπάσει αυτή η δομή στο εργοστάσιο: δεν ήταν δηλαδή πια οι μάστοροι, αλλά απλώς κάποιοι αρχιεργάτες. Συγκεκριμένα, δουλειά ενός τέτοιου συνδικαλιστή στην επαγγελματική ιεραρχία του εργοστασίου είναι να διατηρεί την εργασιακή πειθαρχία, να φροντίζει για την αύξηση της παραγωγικότητας, να επιβλέπει και να επιτηρεί. Προσεγγίζει δηλαδή με άλλους όρους το χώρο εργασίας απ’ ότι η πλειονότητα των εργατών και εργατριών. Η συνδικαλιστική του δράση και πρακτική οριοθετείται συνεπώς από τη θέση του στο ιεραρχικό σύστημα της επιχείρησης και από την εξουσία που διαθέτει.

Γενικά, η παράταξη του Καλομοίρη προήλθε από τη σωματειακή οργάνωση κλάδων στους οποίους οι εργασιακές σχέσεις καθορίστηκαν από ένα ιδιότυπο καθεστώς υπεργολαβιών και εκμίσθωσης εργατών κατά ομάδες. Το ιδιότυπο αυτό καθεστώς κατάγεται από εργασιακές μορφές που αναπτύχθηκαν στους πόρους της αγροτικής οικονομίας και σχετίζονται με την περιοδεύουσα και εποχική εργασία, καθώς και με τους τρόπους στρατολόγησης και ελέγχου των εργατών. Συνήθως οι εργάτες των ομάδων αυτών μεταξύ ντους συγγενείς ή συντοπίτες. Δεν υπέκειντο στις απρόσωπες σχέσεις που υπαγόρευε η καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας. Ήταν επίσης ιδιοκτήτες, συλλογικοί ή ατομικοί των εργαλείων τους. Εντοπίζονται σε κλάδους χωρίς εκμηχάνιση, αλλά και ενσωματώνονται στο ιεραρχικό σύστημα κλάδων εκμηχανισμένων. Στη μία περίπτωση, όπως στους φορτοεκφορτωτές, το σωματείο αποτελούσε ένωση των υπεργολάβων και το διαχειριστή της εργασίας. Στη δεύτερη περίπτωση, όπως στην κλωστοϋφαντουργία Πειραιώς, αποτελούσαν την εσωτερική διοικητική και οικονομική ελίτ των εργοστασίων και είχαν ως ρόλο τη διαμεσολάβηση μεταξύ εργατών και εργοδοτών. Αυτός ήταν τελικά και ο ρόλος της ΓΣΕΕ. Αυτός ο ρόλος ενισχύθηκε με τη δυνατότητα της ΓΣΕΕ και των σωματείων της να χορηγούν βιβλιάρια εργασίας, γεγονός που τα μετέτρεψαν από διεκδικητικούς μηχανισμούς σε ενδιάμεσους μεταξύ κράτους και εργατικής τάξης.

Η παράταξη αυτή αρνείται τη σχέση με την πολιτική και υποστηρίζει ότι εκφράζει τα εργατικά συμφέροντα. Υποστηρίζουν πως το συνδικαλιστικό κίνημα θα πρέπει να αγωνίζεται για τη βελτίωση της εργατικής τάξης μέσα στο υπάρχον καθεστώς. Η υπόθεση της αλλαγής καθεστώτος αφορά τα κόμματα της εργατικής τάξης τα οποία θα πρέπει να αφήνουν τα συνδικάτα ανεξάρτητα. Θεωρούσαν πως είναι εκμεταλλευτές μόνο οι αστοί κεφαλαιούχοι και όχι οι αστοί πολιτικοί. Ο ίδιος ο Καλομοίρης αυτοπαρουσιαζόταν ως σοσιαλδημοκράτης και σοσιαλιστής. Στις προκηρύξεις της η ΓΣΕΕ άλλοτε τασσόταν υπέρ της «Ομόσπονδης Λαϊκής Δημοκρατίας των Βαλκανίων και της Τουρκίας» και άλλοτε υπέρ της «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας». Το ρεύμα αυτό ταυτίστηκε ουσιαστικά με τον βενιζελισμό.

β. Οι εργατοπατέρες

Μια άλλη κατηγορία συνδικαλιστών είναι οι αποκαλούμενοι εργατοπατέρες. Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Αθηνών Νικόλαος Καλύβας, ο οποίος ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν ως εκπρόσωπος του δεξιού συνδικαλιστικού κινήματος. Καταγγέλλει την ΓΣΕΕ και την παράταξη Καλομοίρη για χρηματισμό και συνδιαλλαγή με τα Υπουργεία, τις Τράπεζες και τα Επιμελητήρια αφήνοντας τα εργατικά συμφέροντα έκθετα. Ο ίδιος όμως χρηματοδοτούταν άμεσα από τη διεύθυνση του Τμήματος Εργασίας, καθώς μάλιστα ο διευθυντής του εν λόγω τμήματος, Ανδρέας Ζιάκας, ήταν και κουμπάρος του. Έτσι όπως και στα παραδοσιακά πελατειακά δίκτυα έτσι και εδώ η εξάρτηση επιβεβαιωνόταν με την κουμπαριά. Τα βοηθήματα για τους ανέργους και η έκδοση αδειών εργασίας αποτελούσαν μηχανισμούς πολιτικού ελέγχου των εργατών και ταυτόχρονα, μαζί με την ιδιοποίηση των εισφορών των μελών των σωματείων,  τρόποι πλουτισμού για τους προέδρους που μπορούσαν να μην είναι εργάτες. Ταυτόχρονα, ο διαχειριστικός έλεγχος των οικονομικών των συνδικάτων αποτελούσε μια μορφή άμεσης κρατικής παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα. Επικρεμόταν ως δαμόκλεια σπάθη και οδηγούσε ή στη διάλυση όσων σωματείων δεν ήταν αρεστά στην κυβέρνηση ή στο διορισμό προσωρινών και ευμεταχείριστων διοικήσεων. Όλα αυτά δημιουργούσαν πυραμιδωτούς μηχανισμούς πελατειακής εξάρτησης, καταγόμενους άμεσα από τα αγροτικά και προβιομηχανικά μοντέλα οργάνωσης της κοινωνικής δομής. Στην κορυφή ήταν οι κυβερνητικοί παράγοντες, οι βουλευτές ή οι ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι, στη συνέχεια οι πρόεδροι των Εργατικών Κέντρων και οι πρόεδροι των σωματείων και στη βάση οι εργάτες διαχωρισμένοι ήδη μεταξύ τους σε μάστορους, κάλφες κλπ. Η εντοπιότητα, η συγγένεια, η κουμπαριά, οι γαμήλιες στρατηγικές, οι συναλλαγές μεταφέρθηκαν από την αγροτική ύπαιθρο και μετασχηματίστηκαν από τις προβιομηχανικές σχέσεις σε ένα μοντέρνο μοντέλο κοινωνικής ενσωμάτωσης και εξάρτησης των εργατικών τάξεων.

γ. οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ

Οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ επιχειρούσαν να καθορίσουν την πολιτική τους στο συνδικαλιστικό κίνημα με βάση τις θέσεις της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς (ΚΣΔ) που ιδρύθηκε στη Μόσχα το 1921. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα περισσότερα εργατικά σωματεία της εποχής όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες συγκροτούνταν με βάση την ειδίκευση και όχι τον χώρο εργασίας ή τον κλάδο και είχαν κλειστό επαγγελματικό χαρακτήρα. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης κρίθηκε συντεχνιακός και ανίκανος να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της ταξικής πάλης, διότι εμπόδιζε την συντονισμένη δράση και λειτουργούσε διασπαστικά και όχι ενωτικά στην διαμόρφωση μιας ενιαίας ταξικής συνείδησης. Σύμφωνα με τις αρχές της ΚΔ, «οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο απαιτούσαν τη δημιουργία ενός νέου τύπου συνδικαλισμού και την ισχυρή συγκεντροποίησή του. Τα εργατικά συνδικάτα θα έπρεπε να αναδιοργανωθούν ώστε να ενώνουν τους εργάτες όχι κατά ειδικότητα αλλά κατά κλάδο παραγωγής και σε εθνική κλίμακα. Δεν θα έπρεπε να υπερβαίνουν τα 20 – που θα αντιστοιχούσαν στους βασικούς κλάδους της παραγωγής. Σε τοπικό επίπεδο, η συνδικαλιστική δράση θα συντονιζόταν από εργοστασιακές επιτροπές ή συμβούλια. Ο αναδιοργανωμένος αυτός συνδικαλισμός θα εγκατέλειπε την τακτική των πιέσεων και των διαπραγματεύσεων των συνδικαλιστικών ηγεσιών· θα υιοθετούσε την άμεση δράση των μαζών, η οποία θα κλιμακωνόταν από τις απεργίες στις διαδηλώσεις, στις καταλήψεις εργοστασίων, στην επιβολή εργατικού ελέγχου και στην ένοπλη εξέγερση.» Κεντρικός πολιτικός στόχος ήταν να επιτευχθεί το ενιαίο εργατικό μέτωπο που θα υπερβαίνει την ανομοιογένεια τόσο της εργατικής τάξης όσο και του εργατικού κινήματος.

Η γραμμή όμως του Ενιαίου Μετώπου υπονομευόταν από την προσπάθεια «οργανικής σύνδεσης» του συνδικαλιστικού κινήματος με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Η άμεση συνδικαλιστική δράση υποτασσόταν ως μικρογραφία της εξεγερσιακής διαδικασίας στον στρατηγικό στόχο της κοινωνικής επανάστασης. Η πάλη για τις άμεσες βελτιώσεις δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί μια βαθμίδα στην ιεράρχηση για την επανάσταση. Αλλά κατά την τριτοδιεθνιστική αντίληψη το ζήτημα της εξουσίας δεν μπαίνει μόνο στο επίπεδο της παραγωγής, αλλά κυρίως στο επίπεδο του κεντρικού πολιτικού σκηνικού. Επομένως, το κόμμα ως συλλογικός διανοούμενος της εργατικής τάξης και όχι το συνδικαλιστικό κίνημα είναι ο πολιτικός φορέας και εκφραστής της επαναστατικής δράσης. Στα 1927, η αντίληψη αυτή σε συνδυασμό με την εκτίμηση για την τρίτη και τελευταία περίοδο του καπιταλισμού σήμαινε άμεση πολιτικοποίηση της συνδικαλιστικής δραστηριότητας υποταγμένης απόλυτα στην πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το ΚΚΕ προσανατολίζει γύρω στα 1927 τα σωματεία των εργατών συναφών επαγγελμάτων να ενοποιηθούν σε Βιομηχανικές Ενώσεις οι οποίες ενοποιούσαν τα σωματεία ειδίκευσης στη βάση ενός ενιαίου κλάδου. Για παράδειγμα τα σωματεία μαγείρων και γκαρσονιών εστιατορίου ενοποιούνταν σε μια ενιαία συνδικαλιστική ενότητα καθώς κριτήριο δεν αποτελεί η ειδίκευση, αλλά ο χώρος εργασίας. Οι Βιομηχανικές Ενώσεις δεν ήταν δηλαδή δευτεροβάθμιες ενώσεις, αλλά μια διαφορετική συγκρότηση σε πρωτοβάθμιο επίπεδο. Επίσης, το ΚΚΕ δίνει μεγάλη σημασία στην ίδρυση δευτεροβάθμιων εργατικών συσσωματώσεων, των ομοσπονδιών, που συγκροτούνται πάνω στην βάση της ενοποίησης των διαφορετικών συναφών κλάδων. Στην πραγματικότητα το ΚΚΕ με την γραμμή της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς επιχειρεί να μεταφέρει στην Ελλάδα την συνδικαλιστική οργάνωση που αφορά το παραγωγικό μοντέλο των μεγάλων εργοστασιακών χώρων και που βέβαια πολύ λίγο ανταποκρίνεται στην ελληνική πραγματικότητα της δεκαετίας του 1920. Οι θέσεις αυτές της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς προέκυπταν από τις παραγωγικές δομές χωρών με ισχυρή βιομηχανική οργάνωση, μεγάλα εργοστάσια και σοβαρή συνδικαλιστική παράδοση. Επομένως, στην Ελλάδα η απόπειρα εφαρμογής τους από τους συνδικαλιστές του ΚΚΕ προσέκρουσαν στις διαφορετικές παραγωγικές δομές του ελληνικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Αν και στην πραγματικότητα στην Ελλάδα το κομμουνιστικό κίνημα δεν αντιμετώπισε πολύ διαφορετικές καταστάσεις από ότι σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες με σημαντική σοσιαλιστική παράδοση, καθώς στην πράξη οι θέσεις αυτές αντιστοιχούν στη φάση του φορντισμού που σε λίγες χώρες είχε κυριαρχήσει ως παραγωγική δομή. Μάλιστα, οι Θέσεις και αποφάσεις του δευτέρου συνεδρίου της Κόκκινης Επαγγελματικής Διεθνούς καταγγέλουν τις υπαρκτές τάσεις άρνησης των εργατών να «ενώσουν τις δυνάμεις τους με τις δυνάμεις άλλων συναφών επαγγελμάτων».  Συγκεκριμένα, ένα τέτοιο «σύστημα συντεχνιακό που τίθεται κάτω από τη σημαία του αποκεντρωτισμού παρατηρείται στη Γαλλία, στην Ισπανία και σάλλες χώρες», ενώ σε πλήρη αντίθεση, άλλες χώρες, όπως η Τσεχοσλοβακία, η Νορβηγία, η Αυστραλία κ.α., παρουσιάζουν τάσεις κατάργησης των «συντεχνιακών οργανώσεων» και συγκρότησης ενιαίες ομοιοεπαγγελματικές σωματειακές ενώσεις «με τη μορφή ενός μεγάλου Συνδικάτου με κοινό ταμείο και βιομηχανικά τμήματα» Η προσπάθεια του ΚΚΕ να δημιουργήσει τις δομές για ένα νέου τύπου συνδικαλιστικό κίνημα στα 1927, αποτελεί στην ουσία την εφαρμογή στον συνδικαλισμό της «υπερεπαναστατικής» γραμμής για την τρίτη και τελευταία περίοδο του καπιταλισμού. Για άλλη μια φορά η απόπειρα της άνωθεν μεταφοράς ενός «καθαρού» μπολσεβικισμού, αυτή τη φορά στον συνδικαλισμό, θα οδηγήσει σε καταστροφικές συνέπειες.

Στις αδυναμίες προσαρμογής των οργανωτικών μοντέλων της Κόκκινης Διεθνούς στις ελληνικές συνθήκες διεξαγωγής της ταξικής πάλης θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε τις αιτίες μαζικοποίησης και ταυτόχρονα της στροφής του αρχειομαρξισμού στον συνδικαλισμό. «Όλες μας οι οργανώσεις,» έγραφε ο Σεραφείμ Μάξιμος το 1923, «με δυσκολία κατορθώνουν να αντιμετωπίσουν τα μεγάλα προβλήματα, εθνικά και διεθνή, σύμφωνα με τις αρχές που τυπικά αναγράφονται στα καταστατικά τους. Πολλές φορές σωματεία με επαναστατικές αρχές προτείνουν για τα καθημερινά ζητήματα λύσεις καθαρά μεταρρυθμιστικές και με δυσκολία κατορθώνουν να ξεχωρίσουν στην πράξη τη συνεργασία των τάξεων από την πάλη.» Ο διαχωρισμός της άμεσης πολιτικής σύνδεσης της συνδικαλιστικής δράσης με το επαναστατικό πρόταγμα, που φαίνεται ότι αναγκαστικά εφάρμοζαν στην πράξη οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ μέχρι το 1927, εκφράστηκε τελειότερα μετά το 1927, μέσα από τον Αρχειομαρξισμό. Όταν οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ με τη γραμμή των Βιομηχανικών Ενώσεων και της τρίτης περιόδου υποχρεώθηκαν να εφαρμόσουν στην πράξη τις εντολές της Κόκκινης Διεθνούς, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της πολιτικοποιημένης εργατικής μάζας, που μέχρι τότε λειτουργούσε μέσα ή επηρεαζόταν συνδικαλιστικά κυρίως από στο ΚΚΕ, απομακρύνθηκε από το κόμμα και στράφηκε προς στην ομάδα του Γιωτόπουλου. Οι εργάτες εκείνοι, που στράφηκαν προς τον αρχειομαρξισμό, είναι όσοι αδυνατούσαν να υπομείνουν το κόστος της κομμουνιστικής ταυτότητας και της πολιτικοποίησης του αγώνα κάτω από την τρομοκρατία της εργοδοσίας και του κράτους.

δ. οι αρχειομαρξιστές

Η εμφάνιση των αρχειομαρξιστών στο συνδικαλιστικό στίβο διακατέχεται από έναν εμπειρισμό και μια ηθικολογία. Εμφανίζονταν στα συνδικάτα χωρίς να αποκαλύπτουν την πολιτική τους ταυτότητα ως απλοί, καθαροί ή τίμιοι εργάτες που ενδιαφέρονταν για το πραγματικό συμφέρον των εργαζομένων, σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς εργατοπατέρες και τους συνδικαλιστές του ΚΚΕ που κατηγορούνταν για «τυχοδιωκτισμό», «αμορφωσιά» και «σοσιαλδημοκρατισμό». Σταδιακά όμως, θα αποκτά μεγαλύτερη εμπειρία και θα κατασταλάζει σε ένα συγκεκριμένο συνδικαλιστικό πρόγραμμα. Ουδέποτε όμως θα απολέσει το ηθικολογικό στοιχείο.

Γνωρίζουμε ότι ο λόγος περί «απλών», «καθαρών» και «τίμιων» εργατών έρχεται σε άμεση και ορατή αντιπαράθεση απέναντι στην πολιτική δημαγωγία των εργοπατέρων συνδικαλιστών, που κατά την συντεχνιακή συνήθεια μπορεί να μην ήταν καν εργάτες. Οι Αρχείοι τους αποκαλούσαν «κοινωνικά αποβράσματα», «λωποδύτες», «χαφιέδες» και «καταχραστές» και τους κατηγορούσαν ότι συνεργούσαν ανοιχτά με το κράτος, την εργοδοτική συντεχνία και την Αστυνομία σε βάρος των εργατών. Συνεπώς, ο λόγος αυτός συγκροτεί, θα λέγαμε, κατά ένα τρόπο μια πολιτική πρόταση για ανεξαρτησία των εργατών από τον εργοδοτικό συνδικαλισμό. Ο εμπειρισμός αυτός των Αρχείων συνέδεσε κατά ένα τρόπο λοιπόν και ταύτισε τον ηθικό λόγο με τον ταξικό λόγο.

Η ηθικολογική διάσταση του συνδικαλισμού, αλλά ίσως και γενικότερα του πολιτικού λόγου και σκέψης του αρχειομαρξισμού, απορρέει συνολικά από τον τρόπο με τον οποίο συμμετείχαν οι εργάτες αυτών των κλάδων στην διαμόρφωση των όρων εργασίας. Έτσι, ο ηθικός συνδικαλιστικός λόγος των αρχειομαρξιστών δεν αφορούσε μόνο τον ρόλο των εργατοπατέρων και των εργοδοτών, αλλά γενικά την ίδια την διαδικασία της παραγωγής. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στους υποδηματεργάτες της Δράμας, ενώ οι κομματικοί διεκδικούσαν την ύπαρξη μόνο δύο διαχωριστικών βαθμίδων προτείνοντας κατώτατο όριο «καλφαλικιού», δηλαδή μεροκάματου, 70 λεπτά για τους καλφάδες και 30 για τους παραγιούς, οι αρχειομαρξιστές υποστήριζαν ότι τα «καλφαλίκια» θα έπρεπε να χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες προτείνοντας 75 λεπτά για την πρώτη, 60 για την δεύτερη και πενήντα για την τρίτη. Οι αρχειομαρξιστές στην συγκεκριμένη συνέλευση εξέλεξαν στην διοίκηση τρεις αντιπροσώπους, οι κομματικοί δύο, ενώ εξελέγησαν και δύο ανεξάρτητοι. Είναι σαφές ότι η αρχειομαρξιστική συνδικαλιστική θέση για τον τρόπο καταμερισμού της εργασίας αντιστοιχεί στους παραδοσιακούς τρόπους λειτουργίας των επαγγελμάτων των μισθωτών τεχνιτών, οι οποίοι χωρίζονταν και διακρίνονταν σε πάρα πολλές μισθολογικές κατηγορίες και ειδικεύσεις με βάση την δική τους κατανόηση της εργασιακής τάξης. Η απόλυτη ταξική εξίσωση που πρότασσαν οι κομματικοί ενδεχομένως να έμοιαζε με μια προσπάθεια καταστρατήγησης των εργασιακών κεκτημένων τους και γι’ αυτό ίσως να  την κατέτασσαν στο γενικότερο εγχείρημα υποβάθμισης της κοινωνικής τους θέσης. Ο αρχειομαρξισμός εκφράζει, λοιπόν, μια συντεχνιάζουσα ριζοσπαστικοποίηση και προβάλλει το σεβασμό σε μια ταξικότητα με ενδοταξικές διαβαθμίσεις, που αντιστοιχεί στον εργασιακό κόσμο του μικροεργαστηρίου που μεταβαίνει συχνά από τη θέση του ανεξάρτητου στη θέση του εξαρτημένου τεχνίτη ή από την θέση του «κάλφα» στην θέση του «μάστορα». Γι’ αυτό τείνει να διαφυλάσσει εκείνες τις διαφοροποιήσεις που ενδεχομένως να επιτρέπουν ένα τέτοιο άλμα σε εκείνους που βρίσκονται στα ψηλότερα επίπεδα και να διατηρούν την ελπίδα σε εκείνους που βρίσκονται στα χαμηλότερα. Αντίθετα, ο συνδικαλιστικός λόγος του ΚΚΕ, αν και προσαρμοσμένος στις συνθήκες, δηλαδή εκτιμά ως σημαντική τη διαφορά ανάμεσα στον «παραγιό» και τον «κάλφα», πιέζει για την ταξική εξίσωση και εκφράζει με τον συνδικαλιστικό του λόγο ενδεχομένως την σταθερότητα και την παγίωση της προλεταριοποίησης.

Πέρα από την πρόταξη της τιμιότητας εκείνο το χαρακτηριστικό που διακρίνει τον αρχειομαρξισμό είναι η συγκρουσιακότητα που μάλλον συνάδει γενικά με την υποβάθμιση της πολιτικής. Σε όλα σχεδόν τα εργατικά συνέδρια του μεσοπολέμου η καταφυγή στη βία. Η μορφή αυτή πολιτικού λόγου, όπως εμφανίζεται στον αρχειομαρξισμό, δεν ήταν όμως ούτε άγνωστη ούτε ξένη τόσο στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα όσο και στο ελληνικό. Προϋπάρχει στο κίνημα των συντεχνιών στην Αθήνα κατά τα τέλη του 19ου αι, στον λόγο όλων σχεδόν των σοσιαλιστών πριν το 1918. Επίσης, παραμένει κυρίαρχος λόγος, μέσα όμως σε ένα καθαρά συντηρητικό νοηματικό πλαίσιο, στις συντηρητικές συνδικαλιστικές παρατάξεις.

Διαφωνόντας με την προοπτική των Βιομηχανικών Ενώσεων ο αρχειομαρξισμός αναδείχτηκε καλύτερος πολιτικός εκφραστής της κομμουνιστικής προοπτικής των στρωμάτων του μικροεργαστηρίου. Εκείνη την περίοδο, οι αρχειομαρξιστές προσανατολίστηκαν σταθερά στη διατήρηση ή στην επαναφορά στο παλιό μοντέλο, έχοντας συχνά ως σύμμαχους τους «δεξιούς» ή σοσιαλιστές συνδικαλιστές. Οι σοσιαλιστές και οι συντηρητικοί μπορούσαν να συμφωνήσουν με τους αρχειομαρξιστές στα συνδικάτα κατά ειδικότητα, γιατί ακριβώς αυτό το σωματειακό μοντέλο εξέφραζε τις «συντεχιάζουσες» λογικές, τις οποίες οι δυνάμεις αυτές υιοθετούσαν. Σε πλήρη αντίθεση με ότι συνέβαινε στους κλάδους των ειδικευμένων εργατών, ο αρχειομαρξισμός αδυνατούσε να διαμορφώσει ένα πρόγραμμα για τους εργοστασιακούς κλάδους της ανειδίκευτης εργασίας. Εξαιτίας μάλλον αυτής της αδυναμίας του, αλλά και εξαιτίας της προοπτικής του «Ενιαίου Μετώπου» με το ΚΚΕ που άρχισε να εφαρμόζει από το 1930 και έπειτα αρχίζει αργότερα να βλέπει πιο ευέλικτα το ζήτημα και θεωρεί ότι το μοντέλο συνδικαλιστικής οργάνωσης θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την περίπτωση. Βασική τους αρχή, όπως αποκρυσταλλώθηκε, λοιπόν, αργότερα θεωρητικά στο Πρώτο Συνέδριο της ΚΟΜΛΕΑ είναι «η μορφή επαγγελματικής οργάνωσης των εργατών πρέπει να προσαρμόζεται προς τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διατελεί το κάθε επάγγελμα και οι οποίες απορρέουν απ’ τις παραγωγικές σχέσεις.» Η αρχή αυτή της ευελιξίας βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της αντίληψης του ΚΚΕ για μια ενιαία μορφή συνδικαλιστικής οργάνωσης. Έτσι, λοιπόν, το Αρχείο του 1931 αναγνωρίζει ότι «δύο κύριες μορφές επαγγελματικής οργάνωσης των εργατών υπάρχουν: α΄) η κατά κλάδους οργάνωση (Σωματείο) και β΄) η κατ’ επιχείρηση (Βιομηχανική Ένωση)».

Πάντως, ακόμη και στα 1931 ο αρχειομαρξισμός παρότι αναγνωρίζει τη μορφή της Βιομηχανικής Ένωσης ως την τελειότερη, τελικά πριμοδοτεί και υποστηρίζει την σωματειακή μορφή θεωρώντας ότι ταιριάζει περισσότερο στις συνθήκες της Ελλάδας. Επίσης, οι αρχειομαρξιστές εκτιμούσαν πως, όταν είναι αναγκαίο να εφαρμοστεί το μοντέλο των ΒΕ, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί άνωθεν και χωρίς να έχει προηγηθεί μια πορεργασία προσαρμογής και προπαγάνδας μέσα στους εργάτες για την αξία του νέου τύπου επαγγελματικής ένωσης. Η κυριότερη διαφορά του αρχειομαρξιστικού επαναστατικού συνδικαλισμού σε σχέση με το ΚΚΕ ήταν ότι δεν έθετε άμεσα την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, όπως το ΚΚΕ και δε υπέτασσε, διαχωρίζοντας το συνδικαλιστικό από το «πολιτικό», τα επιμέρους συνδικαλιστικά κινήματα με την γενική πολιτική κίνηση του κόμματος. Η πρακτική αυτή αντανακλά στη διαφορετική εκτίμηση για τη συγκυρία. Ενώ το ΚΚΕ εκτιμούσε ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση, ο αρχειομαρξισμός εκτιμούσε πως βρισκόταν σε σταθερότητα. Για το ΚΚΕ η επανάσταση βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη και έπρεπε να δράσουν άμεσα, ενώ για τον αρχειομαρξισμό θα ερχόταν σύντομα και το κομμουνιστικό κόμμα έπρεπε να προετοιμάσει τις συνθήκες για αυτή.

ε. οι σοσιαλιστές του Στρατή

Ήταν η μία εκ των δύο παρατάξεων που έλεγχαν την ΓΣΕΕ μετά το 1926, είχαν την προέλευσή τους και αντλούσαν υποστήριξη από τους σιδηροδρομικούς. Για αυτό το λόγο είχαν διαφορετική ιδεολογική υπόσταση και ανταποκρίνονταν σε άλλου τύπου συνδικαλιστική βάση. Ο συνδικαλισμός τους ανταποκρινόταν στα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα και καταλάμβαναν τη θέση μέσα στα εργατικά στρώματα που ανάλογη στην Ευρώπη κατελάμβανε η «εργατική αριστοκρατία». Σήμαινε δηλαδή ασφαλή θέση στην αγορά εργασίας και σταθερή απασχόληση, όταν η πλειοψηφία μαστζόταν από εποχική και συγκυριακή ανεργία, υψηλό επίπεδο και κανονικότητα αμοιβών, συνθήκες εργασίας που δεν παραβίαζαν την εργατική νομοθεσία, περιορισμένη διάρκεια εργασίας και κοινωνικές ασφαλίσει, υψηλό ποσοστό συμμετοχής στα συνδικάτα. Η στρατηγική του Δημήτρη Στρατή συνίστατο στην επιδίωξη μιας πολιτικής παραχωρήσεων εκ μέρους του κράτους και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Πίστευε πως οι μεταρρυθμίσεις θα προσέδιδαν κύρος στη ΓΣΕΕ. Την πολιτική αυτή την επεδίωξε από το 1926 έως το 1929 από τη θέση του γραμματέα της ΓΣΕΕ και από το 1929 έως το 1932 από τη θέση του γερουσιαστή.

Οι πολιτισμικές και δομικές αντιθέσεις στην οργάνωση της παραγωγής, που έχουν  ως αποτέλεσμα ενδοταξικές ιεραρχήσεις μέσα στα εργατικά στρώματα και τη σύγκρουση του «παραδοσιακού» με το «νέο». Οι ιδεολογικές επιδράσεις και κατασταλλάξεις, όπως π.χ. η οκτωβριανή επανάσταση, ο παραδοσιακός ηθικός λόγος, ο νεωτερικός αστικός εκσυγχρονιστικός λόγος, η πολιτική επιρροή των αστικών κομμάτων, η αντίδραση και η προσπάθεια ελέγχου της εργατικής κίνησης από την εργοδοσία διαμορφώνουν ένα πλούσιο σε μορφές και συνθέσεις χάρτη  συνδικαλιστικής οργάνωσης της εργατικής διεκδίκησης που αντιστοιχεί σε ένα πλούσιο χάρτη σοσιαλιστικών ή εργατικών πολιτικών οργανώσεων με διαφορετικές στρατηγικές και τακτικές. Ο πολυμερισμός και οι διασπάσεις της ΓΣΕΕ και των σωματείων και κατ επέκταση των πολιτικών οργανώσεων κατά τον μεσοπόλεμο δεν αντιστοιχούν δηλαδή μόνο σε προσπάθειες πολιτικού ελέγχου, αλλά είναι αίτια πολλαπλών δομικών σχέσεων: οφείλονται πρώτον στην συγκρουσιακή ένταση μεταξύ του νέου συνδικαλιστικού οργανωτικού μοντέλου και του παλιού, δεύτερον στην συγκρουσιακή ένταση μεταξύ των εργατικών τάσεων που εκφράζουν την χειραφέτηση και των εργατικών τάσεων που εκφράζουν την υποταγή, τρίτον στη συγκρουσιακή ένταση ανάμεσα από τη μία σε ένα είδος «εργατικής αριστοκρατίας» (που μπορεί να εκδηλώνεται με πολλές μορφές είτε ως ξεχωριστό εργατικό στρώμα, π.χ. σιδηροδρομικοί, είτε ως ιεραρχικά ανώτερο στρώμα στην παραγωγική διαδικασία, π.χ. αρχιεργάτες και επιστάτες) και από την άλλη στην πλειοψηφία των εργατών.

Το ΚΚΕ με το Αρχείο έχουν ως κοινή βάση τον κομμουνισμό, αλλά εκφράζουν το ένα την νέα εργατική βάρδια στη βιομηχανία και το άλλο τη νέα εργατική βάρδια στους μισθωτούς τεχνίτες. Το ΚΚΕ με τους σοσιαλιστές του Στρατή έχουν ως κοινή βάση το νεωτερικό συνδικαλισμό, αλλά οι μεν εκφράζουν τη βιομηχανική νέα βάρδια και οι δε την παλαιά με πολλές κατακτήσεις βάρδια των σιδηροδρομικών. Το Αρχείο με τον Καλύβα έχουν ως κοινό παρανομαστή το παλαιό οργανωτικό μοντέλο, αλλά οι μεν εκφράζουν την τάση χειραφέτησης και οι δε την τάση υποταγής. Οι συνδικαλιστές του Καλομοίρη έχουν ως κοινό παρανομαστή με τον Στρατή τον ρεφορμιστικό σοσιαλισμό, αλλά εκφράζουν διαφορετικά στρώματα ή καλύτερα διαφορετικές ποιότητες, διαφορετικά οργανωτικά μοντέλα και εν τέλει έχουν διαφορετική σχέση με το αστικό κράτος.

Η συγκρουσιακή αυτή διαφορετικότητα θα δημιουργήσει μια συνδικαλιστική ρευστότητα. Αυτή η ρευστότητα θα επιταθεί ύστερα από τη διάσπαση της ΓΣΕΕ και τη δημιουργία περισσοτέρων από μιας Συνομοσπονδιών με πανελλαδική δικτύωση. Εκτός από την ΓΣΕΕ που ελέγχεται από σοσιαλιστές και συντηρητικούς θα υπάρχει και η Ενωτική ΓΣΕΕ που ελέγχεται από το ΚΚΕ. Οι σοσιαλιστές του Στρατή και οι συντηρητικοί του Καλομοίρη με τη βοήθεια της αστυνομίας θα διώξουν τους κομμουνιστές από το Δ΄ Συνέδριο της ΓΣΕΕ τον Μάιο του 1928. Οι Ομοσπονδίες του ΚΚΕ θα ιδρύσουν τον Φεβρουάριο του 1929 την Ενωτική ΓΣΕΕ. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ θα απορρίψουν ο αίτημα των αρχειομαρξιστών τους για ανάδειξη και αρχειομαρξιστών αντιπροσώπων με τρόπο αναλογικό και θα τους διώξουν από το Ιδρυτικό Συνέδριο της ΕΓΣΕΕ ύστερα από βίαιες συγκρούσεις.

Το 1930 στο 5ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ οι σοσιαλιστές του Στρατή θα αποχωρήσουν από την Συνομοσπονδία και θα ιδρύσουν τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα. Το Εργατικό Κέντρο Αθηνών θα λειτουργεί αυτόνομα υπό την ηγεσία του Καλύβα, ενώ οι αρχειομαρξιστές φτιάχνοντας τα Συνεργαζόμενα Συνδικάτα θα συμμαχούν ανάλογα με την περίπτωση με το ένα ή το άλλο στρατόπεδο. Μετά την πτώση του Βενιζελισμού στα 1933, θα είναι κοινή η κατεύθυνση όλων των παρατάξεων να ενοποιηθούν οι συνδικαλιστικές ομοσπονδίες. Η συμπόρευση και κοινή συμμετοχή στην πρωτομαγιά το Μάιο του 1936 θα εντείνει τις τάσεις ενοποίησης των συνδικαλιστικών ενώσεων οι οποίες θα προκαλέσουν τρόμο στον αστικό συνασπισμό εξουσίας, ο οποίος υπό αυτόν τον φόβο θα επιτρέψει την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας και θα υιοθετήσει τον φασισμό.

Η επαγγελλόμενη επανάσταση στα 1936 φαινόταν να βρίσκεται πολύ κοντά στην πράγματωσή της. Η ρωγμή της εξέγερσης του 1936 θα συνεχίσει να στοιχειώνει το αστικό πολιτικό σύστημα καθώς η αντικομμουνιστική ιδεολογία θα είναι το κυρίαρχο στοιχείο του μεταξικού καθεστώτος. Με αυτόν τον τρόπο, οι κληρονομιές του μεσοπολέμου θα συμβάλλουν στη μεγάλη εξέγερση του ΕΑΜικού κινήματος. Το Εργατικό ΕΑΜ είναι που θα συγκροτηθεί πρώτα  και έπειτα το αντάρτικο και ο ΕΛΑΣ. Οι μάχες που θα δώσουν τα σωματεία την περίοδο της Κατοχής θα είναι μεγάλες και κομβικές για την αντίσταση των εργατών απέναντι στον γερμανικό και ιταλικό φασισμό.

Από πολλές πλευρές ο μεσοπόλεμος θυμίζει πολύ την εποχή μας. Οικονομική κρίση, σύγκρουση του παλιού με το νέο, η ύπαρξη μιας νέας εργατικής βάρδιας χωρίς συνδικαλιστική αντιπροσώπευση, πολυμερισμός και πολυδιάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος και της αριστεράς, εθνοτικοί διαχωρισμοί στο εσωτερικό των εργατικών στρωμάτων αντί βέβαια τοπικών, επανεμφάνιση, ακόμα περιορισμένα, του οράματος για μια άλλη κοινωνία. Υπό αυτό το πρίσμα ο Δεκέμβρης του 2008 άνοιξε μια νέα εποχή για την Ελλάδα, όπου οι άνθρωποι που τη ζουν θα βλέπουν ολοένα και περισσότερο  έναν κόσμο έτοιμο να σκάσει, έναν κόσμο πολωμένο κοινωνικά. Σε αυτήν τη νέα εποχή η εμφάνιση μιας άλλης αριστεράς και ενός νέου εργατικού κινήματος που θα ενοποιεί την εργατική τάξη κόντρα στον κρατικό συνδικαλισμό είναι η προϋπόθεση για μεγαλύτερες μετατοπίσεις και συγκρούσεις μέσα στην κοινωνία… η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η ελπίδα μας σε αυτήν την κατεύθυνση!

Το κείμενο βασίζεται στην ανακοίνωση στην εκδήλωση του ΝΑΡ και της νΚΑ με θέμα «Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα την εποχή του μεσοπολέμου» που έγινε στο Στέκι την Παρασκευή 3 Ιούλη 2009


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: