ΝΑΡ Θεσσαλονικης

για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση

ΝΑΡ: Εκτιμήσεις από τη μάχη των εκλογών και ο πολιτικός-οργανωτικός σχεδιασμός

logo_narΑπόφαση Π.Ε. ΝΑΡ, 20 Ιουνίου 2009

Μετά από τη μάχη που δώσαμε με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ευρωεκλογές, μέσα σε κλίμα δημιουργικής προσπάθειας και θετικής δοκιμασίας του ΝΑΡ και της νΚΑ στις αντικαπιταλιστικές συνελεύσεις, στις «ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ 09», στην πολιτική εξόρμηση και εκλογική δουλειά, η ΠΕ συζήτησε το εκλογικό αποτέλεσμα με κριτικό και αυτοκριτικό πνεύμα και κυρίως με συνείδηση των αυξημένων απαιτήσεων και ευθυνών που δημιουργεί η κρίση και η πολιτική κατάσταση.

Η ΠΕ εκτιμά, με βάση τις πρώτες συλλογικές συζητήσεις και εκτιμήσεις των οργανώσεων, ότι αυτή τη φορά είμαστε πιο ώριμοι να οργανώσουμε μια συλλογική, συντροφική, δημοκρατική συζήτηση για την πιο βαθιά μελέτη των αποτελεσμάτων. Βασική μας κατεύθυνση είναι ένα νέο πολιτικό άνοιγμα στον κόσμο του κινήματος και της Αριστεράς και ένα σταθερό βήμα υπέρβασης του μικρόκοσμου του «χώρου». Επιδιώκουμε να συμβάλουμε με τις ιδέες, την αντίληψη και την πρακτική μας στο διάλογο που έχει ανοίξει και στην αναζήτηση που δυναμώνει, πάνω στο κρίσιμο ζήτημα της περιόδου: Με ποια αριστερά και ποιο εργατικό κίνημα θα υπάρξει η αναγκαία στρατηγική απάντηση στην κρίση και τη νέα επίθεση του κεφαλαίου.

Αμέσως μετά τις εκλογές –είχε προαναγγελθεί άλλωστε- η κυβέρνηση της ΝΔ εξαπολύει μια νέα επίθεση στα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των εργαζομένων και ιδιαίτερα των μεταναστών. Το ΠΑΣΟΚ συναγωνίζεται, μπροστά στο διάδρομο της κυβερνητικής εξουσίας, να αποδείξει την υπευθυνότητα του ως διαχειριστής της πολιτικής κεφαλαίου–ΕΕ. Το ΚΚΕ, με την ανεπάρκεια και την αυτάρκεια του, αδυνατεί να προβάλει ανατρεπτική αντικαπιταλιστική πολιτική στο κίνημα και ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, με την όξυνση της εσωτερικής κρίσης του, πιέζεται και οδηγείται σε βαθύτερη διαχειριστική γραμμή.

Η όξυνση όλων των αντιθέσεων στο πλαίσιο της κρίσης και η ανάπτυξη της ταξικής πάλης θα κρίνουν την κατεύθυνση που θα πάρουν οι τάσεις που καταγράφηκαν στις ευρωεκλογές και το βάθεμα η όχι του ρήγματος που άνοιξαν στο πολιτικό σύστημα οι προηγούμενοι αγώνες. Αποκτά επείγοντα χαρακτήρα η αναγκαία μαζική μαχητική αντικαπιταλιστική απάντηση από το εργατικό κίνημα, με μια νέα ταξική ενότητα ντόπιων και ξένων εργατών και κοινή δράση όλων των αριστερών δυνάμεων μέσα στο κίνημα. Η απαίτηση, επομένως, για αποφασιστικά βήματα πολιτικής, προγραμματικής ανάπτυξης και οργανωτικής συγκρότησης του μετωπικού εγχειρήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε καμιά περίπτωση δεν είναι αυτοσκοπός, αντίθετα εξυπηρετεί τις επείγουσες προτεραιότητες του κινήματος στην περίοδο αυτή.

Με αυτά τα ταξικά και πολιτικά κριτήρια και με εξωστρεφές πνεύμα, καλούμαστε, ως ΝΑΡ, να διαμορφώσουμε τον σχεδιασμό μας για τις μάχες του κινήματος, την σταθεροποίηση και ποιοτική ανάπτυξη των βημάτων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την ιδιαίτερη συσπείρωση των δυνάμεων μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής.

Η ΠΕ εκτιμά ότι στις συνθήκες αυτές, οι ανάγκες του κινήματος και του μετώπου ανεβαίνουν σε άλλο επίπεδο και αυτό καθιστά πιο επείγουσα και επιτακτική από ποτέ την ανάγκη για μια νέα περίοδο στη θεωρητική, οργανωτική και πολιτική ανάπτυξη του ΝΑΡ και για το μετασχηματισμό του σε φορέα κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης.

Α. ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ

1.- Οι εκλογές του Ιούνη 2009 για το ευρωκοινοβούλιο, είναι οι πρώτες που πραγματοποιήθηκαν στις συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού, της μεγαλύτερης μετά από αυτήν του 1929-30. Οι συνέπειες (ανεργία, φτώχεια, επίθεση στα δικαιώματα ντόπιων και ξένων εργαζομένων) είναι καθημερινή σκληρή πραγματικότητα για τους εργαζόμενους και η απειλή παραπέρα παροξυσμού αυτών των προβλημάτων είναι ορατή λόγω της ύφεσης που ακολουθεί την πρώτη φάση εκδήλωσης της κρίσης.

Πρωταγωνιστικό στοιχείο, που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εκλογική και πολιτική συμπεριφορά του κόσμου, ασφαλώς και ήταν η αυτή η κρίση που έχει ήδη ξεσπάσει και στην Ελλάδα. Στη χώρα μας, το κλίμα φθοράς και απαξίωσης της κυβέρνησης Καραμανλή και, ως ένα βαθμό, του αστικού πολιτικού συστήματος συνολικά, εν μέσω των αποκαλύψεων για τα σκάνδαλα, καθώς και το αυξανόμενο αίσθημα δυσφορίας και αντίθεσης στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους θεσμούς της, καθόρισαν, επίσης, την εκλογική συμπεριφορά.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με εξαιρέσεις και ιδιομορφίες, είχαμε επανάληψη και σχετική αύξηση της αποχής που παρατηρείται κυρίως στις ευρωεκλογές, κάτι που δεν συμβαίνει στις εθνικές εκλογές, και ενώ στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα (Γαλλία, Ολλανδία, Ιρλανδία) η συμμετοχή ήταν μεγάλη. Διευρύνεται, έτσι, η απόσταση μεταξύ του λαού και των Βρυξελών. Γενικά παρατηρείται εκλογική άνοδος της δεξιάς και ακροδεξιάς, σοβαρή υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας ειδικά στον πυρήνα των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών (Γερμανία, Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία) και άνοδος ετερόμορφων πολιτικά σχημάτων πολιτικής διαμαρτυρίας, με κυρίαρχα τα συντηρητικά χαρακτηριστικά (πράσινοι, κ.λ.π). Το πιο ανησυχητικό σημάδι των εκλογών αυτών είναι, από τη μια, η ενίσχυση των ακροδεξιών δυνάμεων και, από την άλλη, η στασιμότητα και πτώση της αριστεράς γενικά. εκτός ορισμένων χωρών όπως η Πορτογαλία.

Το αποτέλεσμα εκφράζει, γενικά, τα χαρακτηριστικά της περιόδου και της πολιτικής κατάστασης που διαμορφώνεται στην Ευρώπη και διεθνώς. Από τη μια, η κρίση του καπιταλισμού, η κλιμάκωση της αντιδραστικής αντεργατικής εκστρατείας ως μόνης διεξόδου του κεφαλαίου που πιέζουν ασφυκτικά την εργατική τάξη και επιδρούν κατασταλτικά στην κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά της. Και, από την άλλη, οι αντιστάσεις των λαών, τα εργατικά και νεολαιίστικα αγωνιστικά κινήματα της προηγούμενης περιόδου τα οποία είναι κάτω από το αναγκαίο πολιτικό μαζικό κίνημα ανατροπής αλλά δεν έχουν πει την τελευταία λέξη κι αυτό ανησυχεί το σύστημα που επιχειρεί προληπτικά κτυπήματα.

Η στρατηγική πολιτική ανεπάρκεια της Αριστεράς, οι μεγάλες αντιφάσεις και πολιτικές υποχωρήσεις της στην Ευρώπη και αλλού γίνεται πιο φανερή στη φάση αυτή της κρίσης και γι αυτό «τιμωρείται» και εκλογικά. Στο φόντο αυτό η μειοψηφική- αντιφατική αναζήτηση ενός νέου ταξικού εργατικού κινήματος και μιας άλλης σύγχρονης επαναστατικής αριστεράς που η στρατηγική της υστέρηση εκφράζεται και εκλογικά. Που επιχειρεί να συγκροτηθεί πολιτικά με σχετικά μαζικούς όρους και καλείται να δώσει μια συνολική εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση στην κρίση.

Στο εκλογικό αποτέλεσμα της χώρας μας αποτυπώνονται ορισμένα στοιχεία της κοινωνικής διαμαρτυρίας και αντίθεσης προς την πολιτική των δύο κομμάτων του αστικού δικομματισμού, της αποστοίχισης από την επιρροή τους, της μεγάλης δυσαρέσκειας απέναντι στο πολιτικό σύστημα συνολικά και την ΕΕ         αλλά και των ρωγμών των αγώνων των προηγούμενων χρόνων, χωρίς ωστόσο να βρίσκουν συνολική έκφραση- διέξοδο σε αριστερή κατεύθυνση.

2. Η Ν.Δ. έχασε 1,3 εκατομμύριο ψηφοφόρους σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές και 1 εκατομμύριο σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές. Παρουσίασε σημαντική μείωση της επιρροής της, η οποία φθείρεται από την ίδια την αντεργατική πολιτική και από τις ρωγμές που δημιουργεί το κίνημα. Πρόκειται για βαριά αποδοκιμασία της πολιτικής της. Χάνει την πρωτοκαθεδρία στο αστικό πολιτικό σύστημα και για να την ανακτήσει θα επιχειρήσει να προωθήσει με επιθετικό τρόπο (σε συντονισμό με τις κατευθύνσεις της ΕΕ), μια ομοβροντία αντιδραστικών «μεταρρυθμίσεων» στην εργασία, τους μισθούς, το ασφαλιστικό, το φορολογικό, την παιδεία, το περιβάλλον. Αποφασιστική αντιμετώπιση απαιτείται από το μαζικό κίνημα της νέας κυβερνητικής επίθεσης που υιοθετεί και προσπαθεί να υλοποιήσει την ατζέντα του ακροδεξιού ΛΑΟΣ στα θέματα των δημοκρατικών δικαιωμάτων, της «ασφάλειας» και της μετανάστευσης. Ήδη αναπτύσσονται πιέσεις- διεργασίες από κύκλους του συστήματος αλλά και αντιπαραθέσεις για προώθηση διπολικού συστήματος και κυβερνητικής συνεργασίας ΝΔ με ΛΑΟΣ. Η κυβέρνηση πρέπει να βρει μπροστά της μια μαζική μαχητική εργατική αντιπολίτευση.

3. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ως νικητής σε ποσοστά, συσπείρωσε τη βάση του κυρίως λόγω της κυβερνητικής φθοράς της ΝΔ, αλλά μειώθηκε η δύναμη του κατά 850 χιλιάδες ψήφους σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές και 200 χιλιάδες σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές. Η ψήφος στο ΠΑΣΟΚ δεν συγκροτεί θετικό ρεύμα αποδοχής της κυβερνητικής του πρότασης. Από τη νέα του θέση «προβάρει το κουστούμι» καλού κυβερνητικού διαχειριστή και θα πιέσει την εκλογική βάση της Αριστεράς. Ενεργοποιούνται, και στο χώρο αυτό, διεργασίες για προετοιμασία πιθανής συνεργασίας με Οικολόγους η τμήμα ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, στο πλαίσιο σεναρίων αντικατάστασης του αστικού δικομματισμού με σύστημα διπολισμού.

Καμιά αυταπάτη δεν μπορεί να υπάρχει για το ΠΑΣΟΚ και την ουσιαστικά ταυτόσημη με τη ΝΔ πολιτική του. Ως αστικά μεταλλαγμένο κόμμα, αδυνατεί να εφαρμόσει άλλη πολιτική και να συνδεθεί με ριζοσπαστικές διεργασίες στη νεολαία και τους εργαζόμενους. Η αναξιοπιστία του συνδέεται με τη γενικότερη κρίση σοσιαλδημοκρατίας, όπως καταγράφεται και στην Ευρώπη.

Το ΠΑΣΟΚ, λόγω της στρατηγικής μετάλλαξης του, θα βρίσκεται σε όλο πιο βαθιά κρίση στις σχέσεις του με τμήματα λαϊκών, εργατικών και νεολαιίστικων μαζών, τα οποία, κάτω από την πίεση της κρίσης και στο βαθμό που απεγκλωβίζονται από το ΠΑΣΟΚ, μπορούν να συνεισφέρουν τόσο στο κίνημα όσο και σε μια ευρύτερη αριστερή – ανατρεπτική δυναμική.

4. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η άνοδος του ΛΑΟΣ και των φασιστικών τάσεων. Η εξέλιξη αυτή στηρίχτηκε, σε ψήφους κατά κύριο λόγο από εργατικές-λαϊκές περιοχές και αντιπροσωπεύει μια ευρύτερη και βαθύτερη επίδραση των εθνικιστικών, ρατσιστικών, ξενοφοβικών, ακροδεξιών αντιλήψεων, που διαχέονται και στους άλλους αστικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Ο ΛΑΟΣ έχει εγκατασταθεί όχι μόνο στην πολυκατοικία της Δεξιάς αλλά και στο μπλοκ του πολιτικού συστήματος ως μοχλός δεξιάς μετατόπισης. Το φαινόμενο αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί και ο ΛΑΟΣ, ως ακροδεξιό στήριγμα του αστικού συνασπισμού, δεν πρέπει ούτε μπορεί να αντιμετωπιστεί πολιτικά με «αντιφασιστικά μέτωπα» αλλά μέσα από την αντιπαράθεση με την πολιτική ΝΔ- ΠΑΣΟΚ- ΕΕ. Για να σπάσει η αντιδραστική επίθεση, να μην περάσει η αντιμεταναστευτική υστερία και η γραμμή του εμφυλίου μέσα στην τάξη αποκτά πρωταρχική σημασία η ανάγκη για προώθηση της ενότητας της εργατικής τάξης, ντόπιας και ξένης, παλιότερης και νεότερης, διαφορετικών εργασιακών σχέσεων.

Αρνητικό φαινόμενο είναι η άνοδος της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, δύναμης που πρωταγωνιστεί στις επιθέσεις κατά των μεταναστών, αλλά και κατά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οργανώνει τραμπούκικες- δολοφονικές επιθέσεις, ενάντια σε αγωνιστές της αριστεράς –ιδιαίτερα της ριζοσπαστικής και στους πρωτοπόρους μαχητές του μαζικού κινήματος. Η ΧΑ δραστηριοποιείται σε στενή σύνδεση με την αστυνομία και άλλες κρατικές υπηρεσίες και αξιοποιείται από τον αστικό συνασπισμό για να δημιουργείται ένα δίπολο σύγκρουσης ακροδεξιάς- ακροαριστεράς προκειμένου να διευκολύνεται το πέρασμα της κυρίαρχης πολιτικής.

5.- Στη χώρα μας, μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας στράφηκε (και ως ένα βαθμό οδηγήθηκε) προς την πολιτικά ανώδυνη αποχή, τους ενσωματώσιμους οικολόγους και διάφορα σχήματα ευκαιρίας της αστικής πολιτικής (Πανμακεδονικό Μέτωπο, Δράση κλπ) την ίδια ώρα που δυναμώνει επικίνδυνα η ακροδεξιά.

Σε σχέση με το 2004 φέτος ψήφισαν 1.000.020 λιγότεροι! Η αποχή εκτινάχθηκε στις μεγάλες πόλεις και όχι σε δύσβατες μακρινές περιοχές. Μεγάλη είναι η πτώση της συμμετοχής στην Β’ Αθήνας (13,08%), Υπόλοιπο Αττικής (15,57%) , Β’ Πειραιώς (14,14%), Μαγνησία (13,14%), νομός Λαρίσης (11,57%), Αχαΐα κλπ. Ηλιακά η αποχή ακουμπά κυρίως τη νεολαία, τις ηλικίες μέχρι 34 ετών, ενώ φαίνεται να διαπερνά όλα τα κόμματα, με παρόμοια ποσοστά. Σύμφωνα με την Άλκο αποχή έκανε το 25% των δυνητικά ψηφοφόρων της ΝΔ, το 21% του ΠΑΣΟΚ, το 19% του ΚΚΕ, το 20% του ΛΑΟΣ και το 30% του ΣΥΡΙΖΑ.

Η αποχή εκφράζει την απαξίωση των κυρίαρχων αστικών κομμάτων, ειδικά των κυβερνητικών, σε μεγάλο βαθμό εκφράζει την απαξίωση συνολικά του πολιτικού συστήματος και της αστικής δημοκρατίας. Πολύ σημαντικό ρόλο στην έκρηξη της αποχής έπαιξε η αποξένωση των εργαζομένων από τους θεσμούς της ΕΕ, αυτούς που δήθεν θα αντιμετωπίσουν το «δημοκρατικό έλλειμμα». Οι ευρωεκλογές από τη στιγμή που δεν αναδείχνουν κυβέρνηση, όσο και αν πολιτικοποιηθούν, διαφέρουν από τις εθνικές εκλογές στις οποίες, προφανώς, δεν εμφανίζονται τέτοια ποσοστά αποχής.

Η αποχή είναι και ένα μήνυμα προς την Αριστερά όλων των εκδοχών, αφού δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη αμφισβήτηση για την πολιτική της, το ότι δεν στέκεται στο πλάι των εργαζομένων και ειδικά για την εκλογικίστικη – κοινοβουλευτική παραφθορά της.

Η αποχή, ηγεμονεύεται κυρίως από τον ατομισμό, τη λογική του «δεν γίνεται τίποτε», του «όλοι τα ίδια είναι», από τον μεταμοντέρνο κατακερματισμό των μοναχικών καταναλωτών προϊόντων, που αντιμετωπίζουν την πολιτική, όπως και την αγορά. Ίσως γιατί και η αστική πολιτική τους αντιμετωπίζει έτσι. Μπορεί ένα κομμάτι που συμμετέχει σε νέες και παλιές συλλογικότητες, που κινητοποιήθηκε ή εμπνεύστηκε από τον Δεκέμβρη, να μην ψήφισε (και αυτό το δυναμικό μας ενδιαφέρει για τον αγώνα και το πολιτικό ρεύμα), αλλά προφανώς είναι μια μειοψηφία μέσα στη «θάλασσα» των ανθρώπων που πέρασαν την εκλογική Κυριακή τόσο μοναχικά όσο και τις υπόλοιπες μέρες που βρίσκονται αντιμέτωποι με την εκμετάλλευση και την καταπίεση δίχως σωματείο, δίχως συλλογική αντίσταση, δίχως Αριστερά, δίχως συλλογική ελπίδα.

Οι εργαζόμενοι που απείχαν, δεν έχουν κερδηθεί θετικά από τα κόμματα του συστήματος. Παραμένουν μετέωροι και αποτελούν ένα ερωτηματικό που θα το απαντήσει η ταξική πάλη. Το σύστημα προσπαθεί να κλείσει το ρήγμα με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα και στο βαθμό που δεν το πετυχαίνει ωθεί τμήματα τους στην ατομική, παθητική στάση και στο περιθώριο των πολιτικών και των κοινωνικών αγώνων.

Η αποχή του κόσμου των αγώνων και ειδικότερα του Δεκέμβρη απαιτεί βαθύτερη μελέτη και από την άποψη των ποιοτικών χαρακτηριστικών των κινημάτων, των πολιτικών στόχων, των οργάνων πάλης αλλά και της συγκεκριμένης παρέμβασης του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς ειδικά της επαναστατικής.

6.- Συνολικά στο εκλογικό αποτέλεσμα αντανακλάται, πιο θαμπά από τις βουλευτικές του 2007, η προϊούσα φθορά της αντιλαϊκής πολιτικής και των κομμάτων της. Εξακολουθεί να είναι εμφανή ορισμένα σημάδια αδυναμίας του αστικού πολιτικού συστήματος και της δικομματικής διαχείρισης να ενσωματώνει τις εργατικές διαθέσεις και αντιστάσεις και να ξεπεράσει, επομένως, τη σχετική ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό. Η νέα πολιτική γεωγραφία που διαμορφώνεται, δυναμώνει την συζήτηση για αναγκαστική αντικατάσταση του παραδοσιακού δικομματισμού με ένα αστικό διπολισμό, νέου τύπου. Αξιοποιούν πολιτικά το γεγονός ότι τμήμα της διαμαρτυρίας εκφράστηκε προς το ακροδεξιό ΛΑΟΣ, το εκλογικό μόρφωμα των Παπαθεμελή-Ζουράρι αλλά και προς τους Οικολόγους του συστήματος. Εκδηλώνεται έτσι η προσπάθεια να χωνευθεί η δυσαρέσκεια με αναπροσαρμογές σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αναδιάταξης των συμμαχιών τους, σε συνδυασμό φυσικά με την ένταση του αυτοτελούς πολιτικού ρόλου του πολυπλόκαμου αστικού συνασπισμού εξουσίας (ΜΜΕ, ΣΕΒ κλπ) καθώς και με την αξιοποίηση των διαχειριστικών τάσεων και δυνάμεων της Αριστεράς.

Αν και με το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών φάνηκε ότι το αστικό σύστημα πραγματοποιεί ορισμένα βήματα στην προσπάθεια να κλείσουν οι ρωγμές που προκάλεσαν οι αγώνες της διετίας 2006-07 και ο Δεκέμβρης με ήττα της αριστερής διαφοροποίησης και αναζήτησης., το ρήγμα δεν έχει κλείσει, η δυσαρέσκεια δεν έχει ενσωματωθεί και η προοπτική όξυνσης της ταξικής αναμέτρησης είναι παρούσα.

Γύρω από τη συγκράτηση ή την επέκταση αυτής της ρωγμής, την ενίσχυση ή ανακοπή αυτής της δυναμικής, διεξάγεται ήδη σκληρότατη μάχη με αβέβαιη έκβαση. Εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής, όπου ένα τμήμα της λαϊκής και εργατικής δυναμικής εκφράζει την ανάγκη για εναλλακτική διέξοδο.

Οι ελπιδοφόρες τάσεις είναι παρούσες και εκδηλώνονται, κάθε φορά, με την αντιφατική κίνηση των αγώνων, οι οποίοι δεν αγκαλιάζουν ακόμα μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης, αλλά με τις εξάρσεις και τις υποχωρήσεις τους δημιουργούν αναστατώσεις στο πολιτικό σκηνικό. Ωστόσο, δεν ανταποκρίνονται, ποιοτικά και ποσοτικά, στις απαιτήσεις που δημιουργεί η κρίση και η επίθεση του κεφαλαίου. Με βάση τις ανάγκες αυτές το επίπεδο κινητοποίησης, οργάνωσης, διάθεσης για αγώνα και πολύ περισσότερο πολιτικοποίησης της εργατικής τάξης είναι ακόμα χαμηλό. Αυτό οφείλεται στις πρωτόγνωρες δυσκολίες που γεννά η αστική πολιτική και στην ίδια η κατάσταση της εργατικής τάξης.

Κρίσιμο στοιχείο είναι η αδυναμία του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, στη χώρα μας και στην Ευρώπη, να δώσουν απάντηση στην καπιταλιστική κρίση προς όφελος των εργατικών συμφερόντων, να αποκρούσουν – ανατρέψουν στην πράξη την επίθεση κεφαλαίου – ΕΕ, να ανοίξουν μια προοπτική πέρα από την αναπαραγωγή του βάρβαρου εκμεταλλευτικού συστήματος.

Η αντιφατική τάση ευρύτερων μαζών για αμφισβήτηση- αντιπαράθεση με την κυρίαρχη πολιτική και είναι αυτή που προκαλεί φόβο στις αστικές δυνάμεις και δυνατότητες για την εργατική πολιτική. Η κρίση δυναμώνει την αντικαπιταλιστική κριτική και διαμαρτυρία εργαζόμενων μαζών, γεννά εξεγέρσεις και κυοφορεί ποιοτικά άλματα ως προς την δυνατότητα συγκρότησης νέων μορφών κοινωνικού και πολιτικού αγώνα. Την ίδια στιγμή όμως, εντείνει την ψυχολογία της ανασφάλειας, δυναμώνει τις τάσεις για εσωτερικό εργατικό εμφύλιο, διαμορφώνει το υλικό υπόβαθρο και για την ακροδεξιά. Οι αντίθετες αυτές τάσεις, δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτές ως μια επανάληψη αντίστοιχων τάσεων του 1929-1930. Ο καπιταλισμός έχει πίσω του ένα σύνολο αποτυχημένων στρατηγικών ‘’διεξόδου από την κρίση’’, συμπεριλαμβανομένων του πολέμου και της ενεργητικής στράτευσης στα φασιστικά κινήματα. Από την άλλη, το εργατικό κίνημα είναι εξαιρετικά αδύνατο σήμερα, ενώ η κομμουνιστική προοπτική έχει δεχτεί ισχυρό χτύπημα και έχει τραυματιστεί ως εναλλακτική κοινωνική λύση. Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται στα πολιτικά χαρακτηριστικά των τάσεων αντικαπιταλιστικής κοινωνικής διαμαρτυρίας και εδώ τα καθήκοντα της αριστεράς είναι σύνθετα. Το ΚΚΕ χαιρέκακα αναρωτιέται ειρωνευόμενο και την δική μας προσπάθεια ‘’που πήγε ο Δεκέμβρης;’’, ολοκληρώνοντας μια στάση εχθρότητας ως προς τις εξεγερτικές τάσεις της νεολαίας, στο όνομα των αντιφάσεων τους. Δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, της αναρχίας, αλλά και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, θέτουν το ίδιο ερώτημα με απογοήτευση, ακριβώς γιατί είχαν περιοριστεί σε μια στάση κολακείας, αποθέωσης και αγνόησης της πολιτικής ανάγκης για ανέβασμα των πολιτικών χαρακτηριστικών αυτού του ρεύματος, σύνδεσης του με την ανάγκη άλλου εργατικού κινήματος, καθώς και με την επαναστατική πολιτική προοπτική της αριστεράς.

7.- Η πτώση του ΚΚΕ κατά 1%, σε σχέση με τις ευρωεκλογές, και η απώλεια 150 χιλιάδων ψηφοφόρων, η υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ κάτω και από το ποσοστό των εθνικών εκλογών και η απώλεια δεκάδων χιλιάδων ψήφων, φανερώνει την αδυναμία τους να εκφράσουν μαζικά την κοινωνική διαμαρτυρία, την καταδίκη της πολιτικής ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Η υποχώρηση τους σε σχέσή με την ψήφο αριστερής αναζήτησης στις εκλογές του 2007 εμπεριέχει αρκετά στοιχεία κριτικής προς τα κόμματα αυτά. Η τάση αυτή έχει ήδη εμφανιστεί και στους κοινωνικούς χώρους, σε αρχαιρεσίες σωματείων, φοιτητικών συλλόγων, δημοτικές εκλογές και θα κρίνεται στις κοινωνικές και πολιτικές αναμετρήσεις της επόμενης περιόδου, ως μια νέα τάση αποστοίχισης από την επίσημη Αριστερά.

Το ΚΚΕ, με μια σταθερή αντιδικομματική παρουσία και με ένα, ιστορικό και πολιτικό, κομμουνιστικό φορτίο εξέφρασε κυρίως τη διαμαρτυρία εργατικών, λαϊκών και νεολαιίστικων, στρωμάτων που πλήττονται από την επίθεση κι ενός ευρύτερου κόσμου με αριστερές καταβολές. Στην προεκλογική του παρουσία, βέβαια, δεν πρόβαλε ιδιαίτερα τη γραμμή αποδέσμευσης από την ΕΕ και της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας και του κομμουνισμού. Η επαφή μας, ως ΝΑΡ αλλά και ως αντικαπιταλιστική αριστερά, με τη μαζική αυτή διαφοροποίηση που άγγιξε τον πυρήνα της πολιτικής του επιρροής είναι πολύ μικρή. Αυτό εξηγείται, από τη μια, λόγω της αναιμικής η ανύπαρκτης σύνδεσης μας με τα φτωχότερα εργατικά λαϊκά και νεολαιίστικα στρώματα αλλά και λόγω της υποτίμησης της μαζικής πολιτικής παρέμβασης του ΚΚΕ. Η κριτική μας δεν είναι πάντα εύστοχη και σωστή. Αντί να αναδείχνουμε την αδυναμία του στο κίνημα, για μια κατεύθυνση νικηφόρων αγώνων με στόχο την ανατροπή της επίθεσης, συχνά αναλωνόμαστε στην προβολή της αντιδιαλεκτικής εκτίμησης ότι είναι έξω από το κίνημα και εχθρικό προς αυτό. Υπάρχει επίσης ρηχή και μονόπλευρη αντιπαράθεση στη σεχταριστική και διασπαστική τακτική του, σε αποσύνδεση από το κύριο και καθοριστικό ζήτημα που είναι η στρατηγική πολιτική ανεπάρκεια και κρίση του, που το ‘’αναγκάζει’’ να κλείνει τους διαύλους επικοινωνίας, ενότητας και κοινής δράσης με άλλες αριστερές δυνάμεις και πρωτοπόρα τμήματα του κινήματος. Αυτή τη λογική εκφράζει και μετεκλογικά με άρνηση μιας ανατρεπτικής πολιτικής, με γραμμή περιχαράκωσης και επιβολής κυριαρχίας στην αριστερά

Για την εκλογική μείωση του ΣΥΡΙΖΑ είχαμε σαφή δείγματα. Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ σχεδίασε μια γραμμή εκλογικής εκμετάλλευσης των μαζικών κινημάτων και ιδιαίτερα της νεολαίας η οποία ήταν αναντίστοιχη με την πραγματική του συνεισφορά- στον αγωνιστικό και, κυρίως, στον πολιτικό προσανατολισμό τους κατά της ΕΕ και της αστικής πολιτικής γενικότερα. Εξέφρασε με τη ριζοσπαστική του ρητορεία ένα τμήμα της διαμαρτυρίας αυτής καθώς και των κοινωνικών στρωμάτων που απειλούνται από την αντιλαϊκή επίθεση αλλά και ενός τμήματος των μαζικών αγώνων της τελευταίας περιόδου, πολύ μικρότερο από αυτό που προσδοκούσε και είχε ψηφίσει στις τελευταίες εκλογές. Είναι φανερή, μετά τις εκλογές, η όξυνση της κρίσης πολιτικής και φυσιογνωμίας του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και η τάση, κάτω από την πίεση κέντρων του συστήματος και των ανανεωτών, βαθύτερης πολιτικής υποχώρησης του σε θέσεις πιο διαχειριστικές.

Η ανάγκη μετασχηματισμού της τάσης διαμαρτυρίας σε ανατρεπτική – αντικαπιταλιστική δυναμική υπονομεύεται από τη στρατηγική ανεπάρκεια του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, την αδυναμία, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, να συμβάλλουν σε μια αντεπίθεση του εργατικού κινήματος, τον άγονο ενδοαριστερό εμφύλιο αντί την αναγκαία κοινή δράση για την απόκρουση της επίθεσης, τον ρηχό «αντιδικομματισμό» και κοινοβουλευτισμό της εκλογικής και πολιτικής τους παρέμβασης.

Η υπέρβαση της σημερινής καθηλωτικής κατάστασης στην Αριστερά δεν μπορεί να έρθει μέσα από την ενίσχυση κάποιου από τους δύο πόλους της, ούτε από τη δορυφοροποίηση γύρω της. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στο βαθμό που συγκροτείται κι αναπτύσσεται ένα κοινωνικό-πολιτικό ρεύμα εργατικής αντιπολίτευσης και μια άλλη μετωπική αντικαπιταλιστική Αριστερά, που θα προωθεί, με αυτοτέλεια στη βάση αρχών, την κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων, θα βάζουν φραγμό στην προώθηση των αντιλαϊκών μέτρων και θα αλλάζουν τους συσχετισμούς.

Ενώ έχουμε διατυπώσει τη θέση του διαλόγου και της κοινής δράσης όλων των αριστερών δυνάμεων, στην πράξη δεν την προωθούμε συγκεκριμένα και με αυτοπεποίθηση στο κίνημα και στα μέτωπα. Συχνά μάλιστα λόγω της κάθετης άρνησης του ΚΚΕ σε κάθε κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων οι Κινήσεις και οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς συμπράττουν μονόπλευρα με τα μετωπικά σχήματα του ΣΥΡΙΖΑ. Στο ζήτημα αυτό, το οποίο επανέρχεται με προτάσεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ (πχ για εκπαιδευτική παναριστερά), χρειάζεται αποφασιστική αντιμετώπιση. Να αυξηθεί η πίεση στις δυνάμεις του ΚΚΕ για κοινή δράση και διάλογο. Να αντιπαραθέσουμε στις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ προς τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για κοινά σχήματα, κοινή εκλογική κάθοδο σε κλάδους και δήμους την πρόταση για κοινή δράση και διάλογο όλων των δυνάμεων χωρίς προνομιακή επιλογή, που αποκτά νόημα και δυναμική μόνο στο βαθμό που συγκροτείται και αναπτύσσεται πολιτικά μια ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική επαναστατική αριστερά.

Η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α

8.-Το εκλογικό αποτέλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (22.000 ψήφοι, 0,43%) αποτυπώνει ένα πρώτο μικρό αλλά ενθαρρυντικό βήμα για τη συνέχεια και την αναβάθμιση του νέου εγχειρήματος. Εκφράζει τη θετική ανταπόκριση και την αποφασιστικότητα ενός δυναμικού να προχωρήσει στην κατεύθυνση της μετωπικής συγκρότησης που αποκτά πλέον προβάδισμα στο «χώρο», βρίσκεται όμως αρκετά κάτω από τις απαιτήσεις για την οικοδόμηση ενός πόλου- μετώπου της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Στο αποτέλεσμα εκφράζεται, γενικότερα ο βαθμός ωρίμανσης μιας στρατηγικής απάντησης στον καπιταλισμό και την κρίση του καθώς και οι ανεπάρκειες και η σχετική αστάθεια στην πορεία του μετωπικού εγχειρήματος.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενώ δεν δημιούργησε εκλογικό ρεύμα, αποτέλεσε ευρύτερο πόλο θετικής πολιτικής συσπείρωσης, στράτευσης και ενεργοποίησης της μεγάλης πλειοψηφίας του αντικαπιταλιστικού δυναμικού, που έδωσε πιο ζεστά από ποτέ μια εκλογική μάχη. Ενώ δεν κατάφερε από άποψη ψήφων να ξεπεράσει τα όρια στα οποία κυμαίνονται, στις ευρωεκλογές 2004 και στις εθνικές εκλογές 2007, οι ψήφοι της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, είχε μια καθαρή πολιτική στήριξη ως μετωπική αντικαπιταλιστική λογική, σε σχέση με λογικές καταγραφής (μείωση του ΜΛ-ΚΚΕ στα μισά, οριακή παρουσία ΕΕΚ). Ενώ δεν καταφέρνει να τροποποιεί τους εκλογικούς συσχετισμούς με τη ρεφορμιστική αριστερά, ωστόσο, κερδίζει περισσότερο από ποτέ την εκτίμηση σε τμήματα της βάσης της.

Είναι φανερό ότι κερδίσαμε, πολιτικά και εκλογικά, από τη συμμετοχή μας στους αγώνες μέσα στα όρια, ωστόσο, και τις αντιφάσεις της συνολικής πολιτικής παρέμβασης του εγχειρήματος. Αρνητικό ρόλο στο εκλογικό αποτέλεσμα έπαιξε η διαφοροποίηση ορισμένων πολιτικών δυνάμεων από το ενωτικό κεκτημένο. Παρόλα αυτά η ψήφος και στα άλλα ψηφοδέλτια της «εκτός των τειχών» Αριστεράς καταγράφει –με αντιφατικό τρόπο- ένα δυναμικό που αναζητά μια άλλη Αριστερά, σε επαναστατική και κομμουνιστική κατεύθυνση (0,81% συνολικά).

Συνολικά, το εκλογικό αποτέλεσμα και η όλη δυναμική της συγκρότησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, διαμορφώνουν σχετικά καλύτερες προϋποθέσεις για την προώθηση του πολιτικού μας στόχου για συγκρότηση του πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς, την εργατικής λαϊκής αντεπίθεσης για την ανατροπή της επίθεσης και το άνοιγμα του επαναστατικού δρόμου, που είχαμε θέσει στο περυσινό Πανελλαδικό Σώμα.

Οι γενικότερες αδυναμίες της αντικαπιταλιστικής αριστεράς καθόριζαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί το εκλογικό αποτέλεσμα. Η εκλογική τακτική και δουλειά καθόριζε, μέσα στα όρια αυτά, μέχρι που θα μπορούσε να φτάσει το συγκεκριμένο ποσοστό.

Είχαμε βάλει στόχο να κερδίσουμε όσο γίνεται περισσότερες ψήφους, να εκφράσουμε ένα μικρό τμήμα της εργατικής και νεολαιίστικης διαμαρτυρίας και, κυρίως, ένα μεγαλύτερο τμήμα από το αντικαπιταλιστικό δυναμικό το οποίο αναζητά μια άλλη αριστερά ένα άλλο κίνημα. Να δώσουμε συγκεκριμένη και πειστική απάντηση στο ερώτημα: Μπορούσαμε να είχαμε καλύτερα αποτελέσματα;

Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, η κοινοβουλευτική αριστερά, αλλά και δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, βασανίζονται από το κλασικό ερώτημα: ‘’Μα γιατί δεν μας ψηφίζουν αυτοί που κάνουν αγώνες, στους οποίους κατά κάποιο τρόπο μας εμπιστεύονται;’’ Αδυνατούν έτσι να εξάγουν συμπεράσματα για την πραγματική έκταση των αγώνων (που είναι πολύ μικρή, ενώ συνήθως τους υπερβάλλουμε), τον πολιτικό τους προσανατολισμό (αν αυτός μπορεί να φθείρει και να ανατρέπει τα βασικά ιδεολογήματα της αστικής πολιτικής), τον χαρακτήρα των αιτημάτων (αν αυτά σηματοδοτούν καθολικές διεκδικήσεις βελτίωσης της θέσης του κόσμου), τον τρόπο οργάνωσης και ανάπτυξης τους (αν αυτός συμβάλλει στην ενίσχυση της αυτενέργειας και του πολιτικού ρόλου των εργαζομένων), την αποτελεσματικότητα και χρησιμότητα τους από την σκοπιά των συμφερόντων των μαζών (αν οι αγώνες εν τέλει κατατείνουν και στοχεύουν σε καταχτήσεις ή μόνο σε πολιτικά συμπεράσματα) αν καταλήγουν και σε όργανα εργατικής πολιτικής. Όσο η συζήτηση δεν γίνεται με αυτό τον τρόπο, η πραγματικότητα αντιστρέφεται και όλες οι ευθύνες ρίχνονται στους αγωνιζόμενους, μια λογική που φτάνει στην ακραία και ηττοπαθή αντίληψη του ΚΚΕ, πως λίγο ως πολύ το κίνημα δεν είναι το κύριο και ότι αυτο που μετράει είναι η ενίσχυση του κόμματος.

Η δική μας προσπάθεια πρέπει με δημιουργικό τρόπο να προβάλλει αυτά τα κριτήρια, όχι μόνο για να υπογραμμιστούν τα λάθη της διαχειριστικής αριστεράς, ούτε για να εξασφαλιστεί και το δικό μας άλλοθι για την αδυναμία της επαναστατικής αριστεράς να αποτελέσει εκλογικό ρεύμα. Στόχος μας είναι να αναδειχτεί θετικά η ανάγκη για μια βαθιά τομή στο εργατικό και ευρύτερο λαϊκό κίνημα, που υπερβαίνει ποιοτικά τον συμβολικό διαχωρισμό με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Αντιλαμβανόμαστε βέβαια τις παραπάνω πλευρές που είχαμε αναδείξει και στην Εργατική Συνδιάσκεψη με διαλεκτικό και όχι σχηματικό τρόπο, ως στόχους που καταχτιούνται σε μια πορεία ενότητας και αντιπαράθεσης με τις σημερινές τάσεις που καθηλώνουν την εργατική δράση.

Ακόμη όμως και αν υπήρχε μια διαφορετική έκταση και άλλη ποιότητα στους αγώνες, θα έπρεπε να προσδοκούμε αυτόματα μια μετατροπή της κινηματικής μας σχέσης με τον κόσμο, σε πολιτική υποστήριξη και ψήφο; Η γραμμική αυτή αντίληψη για την διαμόρφωση της συνείδησης του κόσμου, ποτέ δεν έχει αποδείξει την ορθότητά της, πολύ περισσότερο σήμερα σε συνθήκες κρίσης του επαναστατικού προγράμματος και της εναλλακτικής κομμουνιστικής προοπτικής. Ο κόσμος παίρνει πολύ πιο σοβαρά την ψήφο στην αριστερά και μάλιστα την αντικαπιταλιστική από όσο εμείς νομίζουμε. Το γεγονός ότι στον ένα ή τον άλλο χώρο, βλέπει τα μέλη της μιας ή της άλλης οργάνωσης να παίζουν πρωτοπόρο ρόλο και για αυτό τους στηρίζει στις προσπάθειας τους, δεν σημαίνει πως θεωρεί ότι πρέπει και να τους στηρίξει σε ένα γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό σχέδιο και μια πολιτική προοπτική, για την οποία, δεν είναι πεισμένος, δεν μετέχει στη συζήτηση και δεν βλέπει να έχει ρόλο σε αυτή. Με αυτή την έννοια τα στρατηγικά ελλείμματα δεν αφορούν μόνο τον μυημένο κόσμο, αλλά το σύνολο του αντικαπιταλιστικού δυναμικού.

Στη δική μας αντίληψη τα κάθε φορά εκλογικά ποσοστά αποτελούν ένα δείκτη των συσχετισμών που συνδέονται κυρίως με βαθύτερες αλλαγές στην πορεία διαμόρφωσης της συνείδησης –που δεν είναι ευθύγραμμη. Στην παρούσα φάση έγιναν ορισμένα βήματα, όχι όμως άλματα, και αυτό φαίνεται στη γενικότερη αγωνιστική και πολιτική πρακτική των εργαζομένων. Αναδείχνονται, μάλιστα, κρίσιμα ερωτήματα για το βαθμό ανάπτυξης –πολιτικοποίησης των αγώνων και ανάπτυξης ενός ταξικά ανασυγκροτημένου εργατικού κινήματος αλλά και με τα βήματα μιας άλλης αριστεράς της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης που θα αναπτύσσεται πολιτικά -οργανωτικά στην εργατική τάξη. Με βάση τη λογική αυτή θεωρούμε ότι ανατρέπονται αντιλήψεις και σχήματα που θεωρούν ότι οι αγώνες μεταφράζονται γραμμικά σε πολιτική επιρροή και ψήφους.

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζουμε και τις συγκεκριμένες αδυναμίες της συγκεκριμένης μάχης που αφορούν στην εκλογική τακτική και στην εκλογική δουλειά και συνδέονται με τη μετωπική φυσιογνωμία του εγχειρήματος,.

Υπάρχει μια διακύμανση των αποτελεσμάτων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από 0.1% έως 1,4%. Κατά κανόνα, στις περιοχές όπου τα ποσοστά κινούνται από 0,6% και πάνω, υπάρχει πολύχρονη κοινωνική- πολιτική παρέμβαση με σχήματα- κινήσεις και ΟΒ ΝΑΡ. Είναι μέσα στα πράγματα η εκίιμηση ότι το εγχείρημα έχει δυνατότητα για 1% και συνολικά η εξωκοινοβουλευτική αριστερά για 1,5% στο βαθμό που υλοποιούνται οι προϋποθέσεις συστηματικής δουλειάς. Στο πλαίσιο αυτό, στις συγκεκριμένες εκλογές ήταν εφικτός στόχος η υπέρβαση του 0,5%-0,6%.

Πιο συγκεκριμένα είναι τα ερωτήματα:

-γιατί δεν μας ψήφισε ένα μεγαλύτερο τμήμα της μαζικής αποστοίχισης από ΚΚΕ (150 χιλ) και ΣΥΡΙΖΑ (60 χιλ) και ιδίως από χώρους εργαζομένων, νεολαίας; Δυνατότητα υπήρχε και καταγράφηκε μια μικρή τάση.

-γιατί ένας κόσμος του ΜΕΡΑ και του κινήματος δεν πείστηκε και κινήθηκε σε αποχή ή και σε άλλες επιλογές;

Το εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, γενικά, έγινε γνωστό, συζητήθηκε στον κόσμο του αγώνα και της ευρύτερης αριστεράς. Ωστόσο στην τακτική μας δεν ξεχώρισαν ένα- δυο κεντρικά πολιτικά συνθήματα, ούτε αναδείχθηκε ευδιάκριτος πολιτικός στόχος της καμπάνιας. Υπήρξε, μάλιστα, υποτίμηση στην προβολή του στόχου για αντικαπιταλιστική αποδέσμευση και έξοδο από την ΕΕ, σε ένα βαθμό λόγω και της πίεσης συμμάχων, αλλά και δικών μας ταλαντεύσεων.

Ενώ στα κείμενα, στις αφίσες και στις αποφάσεις πολιτικού πλαισίου και φυσιογνωμίας του εγχειρήματος εκφράζονται σε μεγάλο βαθμό οι αντιλήψεις της επαναστατικής ανατροπής και της νέας κομμουνιστικής προοπτικής σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής, συγκρότησης και λειτουργίας δεν έχει κατακτηθεί η ηγεμονία αυτών των πλευρών και είναι αντικείμενο συνεχούς διαπάλης. Οι αντιφάσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις ανεπάρκειες του εγχειρήματος και όλων των συνιστωσών του, επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη μαζικών και σταθερών πολιτικών δεσμών με τους εργαζόμενους και τους νέους και ιδιαίτερα εκείνων που τείνουν να αποστοιχηθούν από την ρεφορμιστική Αριστερά.

Η δημιουργία του ενωτικού εγχειρήματος και η συμφωνία στο πολιτικό πλαίσιο δεν έλυσαν και ούτε ήταν δυνατόν να λύσουν όλα τα προβλήματα και να καταργήσουν αμέσως τα προβληματικά σημεία στις θέσεις των οργανώσεων και τις κρίσιμες διαφορές. Οι αντιθέσεις έχουν τη βάση τους στα διαφορετικά ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα που συμμαχούν στο εγχείρημα και δίνουν μάχη ηγεμονίας μέσα και έξω από αυτό.

Η εκλογική δουλειά, επίσης, άργησε να ξεκινήσει ενώ σοβαρή καθυστέρηση και προβλήματα δημιούργησε η αντιπαράθεση για τη συγκρότηση του ψηφοδελτίου. Χωρίς αυτά να έχουν καθοριστική επίδραση στο αποτέλεσμα ανέδειξαν τη σχετική υποτίμηση του πολιτικού περιεχομένου της εκλογικής μάχης, την εσωστρέφεια και την έλλειψη πολιτικής ετοιμότητας. Σε λίγες περιπτώσεις η οργάνωση της δουλειάς έγινε από τις επιτροπές και τις συνελεύσεις. Κατά κανόνα έγινε από τις συνιστώσες και είχε περισσότερο χαρακτήρα καμπάνιας και λιγότερο συγκεκριμένης δουλειάς στον κόσμο.

Το εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνέβαλε και συμβάλλει στη λογική του πόλου χωρίς, ωστόσο, να αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και σταθερό βήμα στην κατεύθυνση αυτή. Στόχος είναι η πολιτική και δημοκρατική συγκρότηση όλου αυτού του δυναμικού (από τα «κάτω» μέχρι τα «πάνω») και, την σταθερή παρέμβαση για την ανάπτυξη κοινωνικού- πολιτικού κινήματος ανατροπής και το άνοιγμα του διαλόγου και της κοινής δράσης για τα μεγάλα προβλήματα των εργαζομένων και τα αναπάντητα ερωτήματα της Αριστεράς για τη νέα κομμουνιστική προοπτική. Στην πορεία αυτή θα επιδρά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ τόσο στο ευρύτερο ρεύμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας και διαμαρτυρίας όσο και στο αριστερό δυναμικό που προβληματίζεται για το ποια Αριστερά έχουμε ανάγκη στην εποχή μας.

Σήμερα είναι ανάγκη όλο το δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ευρύτερης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς να συζητήσει, μέσα από συνελεύσεις, για την πολιτική κατάσταση, να πάρει αποφάσεις για την ανάπτυξη της πάλης και την ποιοτική αναβάθμιση του εγχειρήματος, απευθυνόμενο θαρρετά σε αγωνιστές και δυνάμεις από όλη την Αριστερά και το κίνημα.

Β.- ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ-ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΡΑΣΗΣ

1.- Οι ευρωεκλογές της προηγούμενης Κυριακής άφησαν ανοικτούς λογαριασμούς για το επόμενο διάστημα.

Η κυβέρνηση πολιτικά είναι πιο αδύνατη αλλά γίνεται ακόμα πιο επιθετική για να δείξει στο κεφάλαιο ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση. Προχωρά σε υιοθέτηση του προγράμματος του ΛΑΟΣ, με ταυτόχρονες επιθέσεις στον Καρατζαφέρη, και για να πάρει πίσω ψήφους, αλλά και γιατί βολεύει την αστική τάξη να ανοίξει μέτωπο για την «ασφάλεια» και τους μετανάστες και οχι για την ανεργία. Το ΠΑΣΟΚ παρά το καχεκτικό του αποτέλεσμα αποκτά σχετικό προβάδισμα για κυβέρνηση και θα πιέσει τους εργαζόμενους, την Αριστερά, τους Οικολόγους – Πράσινους για «συμπαράταξη». Συνολικά δρομολογούνται διαδικασίες εκλογικής- κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης της λαϊκής αγανάκτησης, με ανασυγκρότηση του δικομματισμού, με εναλλακτικά σενάρια διπολικού συστήματος για «σταθερή» κυβερνητική λύση, γεγονός που ενεργοποιεί ανακατατάξεις, τριγμούς αλλά και δυνατότητες για το κίνημα και την Αριστερά.

Οι αναζητήσεις και οι διεργασίες στην Αριστερά αποκτούν νέο βάθος και έκταση ενώ δυναμώνουν οι δεξιές πιέσεις για προσαρμογή στο σκηνικό σταθερότητας. Αυτό θα φέρει νέα τάση αριστερής ανατρεπτικής αναζήτησης στο σύνολο των αριστερών δυνάμεων. Στις μετεκλογικές συζητήσεις προσπερνιέται το κρίσιμο ερώτημα που αντικειμενικά τίθεται στην Αριστερά: Σε μια περίοδο καπιταλιστικής κρίσης, μεγάλης φθοράς του αστικού πολιτικού σκηνικού και απομυθοποίησης της ΕΕ, πως γίνεται η Αριστερά να μην κερδίζει σε επιρροή, αλλά να υποχωρεί κιόλας; Και μάλιστα σε όλη την Ευρώπη;

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι, σε εποχή κρίσης, για να δημιουργηθούν προϋποθέσεις ριζικού κλονισμού και ανατροπής στους συντηρητικούς κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς, απαιτούνται στρατηγικές και ανατρεπτικές απαντήσεις από μια Αριστερά που δεν θα είναι μέρος του συστήματος. Μια Αριστερά που δεν θα πετάει στα σύννεφα, αλλά θα είναι μέσα στους εργαζόμενους και θα παλεύει σκληρά για να ανατρέψει την επίθεση με ένα αντικαπιταλιστικό συνολικό πολιτικό πρόγραμμα διεκδικήσεων, που θα μπορεί να προκαλέσει ρωγμές σήμερα, να αποσπά νίκες, ακριβώς γιατί εμπνέεται από τη λογική της συνολικής ρήξης με τον καπιταλισμό. Η εμπειρία έχει δείξει ότι όταν δεν υπάρχει μια τέτοια εργατική απάντηση, τότε οι εργαζόμενοι (και τα μεσαία στρώματα) στρέφονται σε συντηρητικές κατευθύνσεις. Αναδείχνεται λοιπόν η ανάγκη για μια άλλη ανατρεπτική Αριστερά.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανοίγει ένα δρόμο, επιχειρεί μια πρώτη απάντηση που όμως είναι ακόμα ανεπαρκής και περιορισμένη διότι δεν αρκεί το βήμα μετωπικής ενότητας και προγραμματικής συμφωνίας που πραγματοποιήθηκε παρά το ότι δημιουργεί πολύ καλύτερες. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να αναβαθμιστεί στην κατεύθυνση πόλου- μετώπου αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς και στο πρόγραμμα και στην πολιτική γραμμή και στην πρακτική της στο κίνημα. Να θέσει, επομένως, στόχο την αλλαγή στο τοπίο της αριστεράς συνολικά. Να αφουγκραστεί και να επιδράσει στις διαφοροποιήσεις που συντελούνται στον κόσμο της αριστεράς.

Στην κατεύθυνση αυτή αποκτά ξεχωριστή σημασία η συσπείρωση, εντός και εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, των δυνάμεων και των αγωνιστών μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής, με την οργάνωση διαδικασιών διαλόγου και κοινών προσπαθειών για μια άλλη αριστερά και νέο εργατικό κίνημα και στο ζήτημα το ΝΑΡ θα χρειαστεί να αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.

Οι στόχοι αυτοί δεν αποτελούν αυτοσκοπό αλλά συμβολή της επαναστατικής αριστεράς σε μια ανατρεπτική πολιτική κατεύθυνση του εργατικού κινήματος. Για να βαθύνουν τα ρήγματα που άνοιξαν οι αγώνες, να σπάσει το κλίμα αμηχανίας και συχνά υποχώρησης σε τμήματα των εργαζομένων και της νεολαίας. Να γονιμοποιηθούν οι τάσεις αγανάκτησης, οργής, απείθειας και ρήξης και να γίνουν απειλή για τον αστικό συνασπισμό εξουσίας και ελπίδα για την Αριστερά.

2.-Για μια αντικαπιταλιστική εργατική απάντηση στην κρίση. Η πολιτική μας πρόταση στοχεύει

στην προώθηση, μέσα από όλες τις μάχες, του ενιαίου πολιτικού στόχου της περιόδου για την ανατροπή της διαρκούς, προηγούμενης και νέας, επιδρομής του κεφαλαίου. Για να πληρώσει το κεφάλαιο την κρίση και όχι οι εργαζόμενοι, για να πάρουμε πίσω τα κέρδη (την κλεμμένη από τους εργάτες υπεραξία), για να μοιράσουμε τον τεράστιο κοινωνικό πλούτο που δημιουργούμε (αλλάζοντάς τον κιόλας) και όχι τις ζημιές που δημιουργούν. Για κατακτήσεις οικονομικές – κοινωνικές – πολιτικές που θα βαθύνουν τα ρήγματα και θα επιφέρουν βαθύτερους κλονισμούς στην αστική στρατηγική στην πορεία για την αντικαπιταλιστική επανάσταση.

Η πολιτική μας πρόταση (κίνημα εργατικής-αντικαπιταλιστικής αντεπίθεσης και ανατροπής και άλλη αριστερά) σαν συνέπεια του πολιτικού στόχου της περιόδου, συμπυκνώνεται στο πολιτικό σύνθημα : «Να πέσει απ’ τα κάτω και αριστερά η κυβέρνηση της ΝΔ. Όχι στο ΠΑΣΟΚ και τα κεντροαριστερά σενάρια. Ν’ απομονωθεί πλήρως πολιτικά το ακροδεξιό ΛΑΟΣ. Με την Αντικαπιταλιστική Αριστερά και ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα ανατροπής!». Η γραμμή αυτή επιδιώκει να υπερβεί δημιουργικά την ανεπάρκεια τόσο της διαχειριστικής αντίληψης του «νέου κοινωνικού συμβολαίου» που προβάλλει ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, όσο και της «λαϊκής οικονομίας-εξουσίας» στο έδαφος του καπιταλισμού του ΚΚΕ.

Ταυτόχρονα, βέβαια, η αντικαπιταλιστική Αριστερά, με τη δική της αυτοτέλεια σε περιεχόμενο, μορφή και παρέμβαση, καλεί χωρίς προνομιακές ή επιλεκτικές επιλογές, σε ανοιχτή και δημόσια συζήτηση- αντιπαράθεση μπροστά στους εργαζόμενους, σε ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ μέσα στο μαζικό κίνημα , στη βάση αρχών και προς όφελος του κινήματος, αγωνιστές και δυνάμεις του ΚΚΕ και του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.

Επιδιώκουμε την ανάπτυξη παντού και τώρα ενός ισχυρού κοινωνικού και πολιτικού κινήματος εργατικής-αντικαπιταλιστικής αντεπίθεσης και ανατροπής που θα μπορεί, σε μαζικότητα, περιεχόμενο και μορφή, να εκφράσει τα κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα του κόσμου της δουλειάς και της νεολαίας. Να αποτελεί μια μόνιμη και διαρκή απειλή για την αστική εξουσία. Να είναι σε θέση να επηρεάσει και να επηρεαστεί από τις επερχόμενες συγκρούσεις. Να γεννά νέες συλλογικότητες που να βρίσκουν χώρο οι νέες τάσεις ριζοσπαστικοποίησης που δημιουργεί η καπιταλιστική κρίση. Να ενοποιεί τις ήδη υπάρχουσες σε ανώτερο επίπεδο. Ένα τέτοιο πολιτικό και κοινωνικό κίνημα έχει ανάγκη ένα αντικαπιταλιστικό εργατικό πρόγραμμα πάλης που θα μετασχηματίζει την πρωτόλεια, γενική και αφηρημένη αντίθεση στο σύστημα σε πάλη με σαφείς πολιτικές στοχεύσεις αναμέτρησης με πυλώνες της αστικής στρατηγικής στην πορεία για την αντικαπιταλιστική επανάσταση. Ένα σύνολο στόχων που μπορούν ν’ αποτελέσουν, τον πυρήνα μιας σύγχρονης Αντικαπιταλιστικής Χάρτας αναγκών και δικαιωμάτων εργαζομένων και νεολαίας.

Το εργατικό κίνημα είναι ανάγκη να ξεπεράσει την αμηχανία, να ξεδιπλώσει παντού μαχητικούς αγώνες ενάντια στην κρίση και τις συνέπειές της, σε αντιπαράθεση με τις λογικές του κέρδους, της αγοράς, της ανταγωνιστικότητας. Να περάσει από την άμυνα απέναντι στην υπεραντιδραστική αστική πολιτική στην επίθεση. Να διαμορφώσει πολιτικά αιτήματα και στόχους που αμφισβητούν σε βάθος την ουσία της κυρίαρχης πολιτικής, που ενοποιούν τους αγώνες, σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, χρειάζεται η ανασύσταση του εργατικού κινήματος σε νέα βάση, η ταξική ανασυγκρότηση των εργατικών και λαϊκών κινημάτων στο περιεχόμενο, τις μορφές πάλης και τον τρόπο συγκρότησης τους. Είναι αναγκαία μια νέα αγωνιστική ταξική ενότητα των ίδιων των εργαζόμενων για την ανατροπή της πολιτικής του κεφαλαίου και της ΕΕ. Να ανοίξει σταθερό μέτωπο με τον γραφειοκρατικό, αστικοποιημένο και υποταγμένο συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ, που αναπαράγει τις λογικές συνδιαχείρισης και ενσωμάτωσης. Να βαθύνει η αντιπαράθεση με τη λογική του ΠΑΜΕ που αρνείται στην ουσία τον πολιτικό αγώνα του εργατικού κινήματος και με πρακτικές οργανωτικού ελέγχου επιτείνει τον κατακερματισμό των αγωνιζόμενων δυνάμεων. Η εμπειρία από τις πρωτοβουλίες των 90 σωματείων για την Κ. Κούνεβα δείχνει ότι σήμερα υπάρχει μια νέα δυνατότητα ανάπτυξης της εργατικής πάλης και πέρα από το ημερολόγιο εκτονώσεων της ΓΣΕΕ. Υπογραμμίζουμε την αναγκαιότητα για την ανάπτυξη μορφών ύπαρξης και πάλης του κινήματος σε όλα τα επίπεδα, για την συγκρότηση νέων συνδικάτων και εργατικών συνδέσμων που θα καλύπτουν και το μαζικό ασυνδικάλιστο τμήμα της εργατικής τάξης, για την διαμόρφωση μορφών συγκρότησης της μαθητικής νεολαίας και την προώθηση πραγματικών, χωρίς τα γνωστά καπέλα, λαϊκών συνελεύσεων στις γειτονιές και τους χώρους δουλειάς. Την συγκρότηση δηλαδή ενός αποτελεσματικού ιστού οργάνων πάλης για τα δικαιώματα και τις ανάγκες των εργαζόμενων και των νέων. Χωρίς την αντικαπιταλιστική πάλη «σ’ όλη τη γραμμή», χωρίς την ταξική ανασυγκρότηση των παλιών και την δημιουργία νέων συλλογικοτήτων που θα διαπνέονται από την λογική της εργατικής δημοκρατίας , η αντικαπιταλιστική αριστερά δεν θα μπορεί να αναπνέει και να αναπτύσσεται μαζικά.

Για νικηφόρα εργατική-αντικαπιταλιστική απάντηση στην κρίση και την προώθηση του αντίστοιχου Μετώπου, του ΑΕΜ, για ένα ισχυρό κίνημα εργατικής-αντικαπιταλιστικής αντεπίθεσης και ανατροπής είναι ανάγκη να ανοίξει ο δρόμος για μια άλλη Αριστερά. Να σηκωθεί παντού, στα πολιτικά μέτωπα και στο εργατικό κίνημα η γραμμή ενός τρίτου ρεύματος στην Αριστερά με συγκεκριμένα βήματα στη συγκρότησης του μετώπου-πόλου της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με κατεύθυνση κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης σε διάκριση από την κεντροαριστερά και τα αντιδεξιά μέτωπα, το ρεφορμισμό, τη συνδιαχείριση, την περιχαράκωση, το σεχταρισμό και τη δορυφοριοποίηση.

Η υπόθεση του πόλου θα προχωρήσει ως κοινωνική-πολιτική διαδικασία ανώτερης συγκρότησης και μετασχηματισμού σε αντικαπιταλιστική-επαναστατική βάση όλου του δυναμικού της ριζοσπαστικής αριστεράς, των αγωνιστών των εργατικών, νεολαιίστικων, λαϊκών αγώνων και του Δεκέμβρη, της νέας ριζοσπαστικοποίησης και των οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Οι δυνάμεις αυτές επηρεάζονται ή ανήκουν σε διαφορετικά πολιτικά, ιδεολογικά ρεύματα. Έχουν διαφορετικές και αντιφατικές καταβολές, εμπειρίες και επίπεδο προσέγγισης της ανάγκης του μετώπου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Άρα τα βήματα στη συγκρότηση του πόλου δεν κρίνονται μόνο σε μια πολιτική και εκλογική συμμαχία των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, Απαιτείται να αναπτύξουμε όλες τις μορφές «από κάτω» οικοδόμησης του πόλου και ταυτόχρονα να παίρνονται πολιτικές πρωτοβουλίες που θα αποκρυσταλλώνουν στον ανώτερο κάθε φορά βαθμό την κίνηση «των κάτω» και θα αντεπιδρούν στον προσανατολισμό της. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να συμβάλει στη διαδικασία αυτή και ταυτόχρονα να αναπτύσσεται προγραμματικά και η ίδια.

3.- ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΡΜΗΣΗ – ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Έχει αρχίσει ήδη ο προγραμματισμός συνελεύσεων για συζήτηση των πολιτικών εξελίξεων και των συμπερασμάτων των εκλογών, για τη δημιουργία νέων επιτροπών και το σχεδιασμός πρωτοβουλιών σε κλάδους και γειτονιές, για εργατικό -μετανάστες, δημοκρατικά ζητήματα, προβλήματα πόλης κλπ

Για να υπερβεί, ωστόσο, η ανατρεπτική Αριστερά τα όρια στα οποία κινείται και να αρχίσει να διαμορφώνεται ένα αντικαπιταλιστικό επαναστατικό πολιτικό ρεύμα απαιτούνται, με πρόγραμμα και πράξεις, ανώτερες απαντήσεις στις ανάγκες των εργαζομένων. Απαιτείται ανάπτυξη μαζικών και σταθερών πολιτικών δεσμών με την εργατική τάξη, τα φτωχά στρώματα και τη νεολαία και ιδιαίτερα με τα τμήματα που ριζοσπαστικοποιούνται στην διεκδικητική και ευρύτερη αντικαπιταλιστική δράση, καθώς και εκείνων που τείνουν να αποστοιχηθούν από την ρεφορμιστική Αριστερά. .

Αυτό προϋποθέτει συνεχή διαπάλη με προτάσεις και σύνθεση σε ανώτερο επίπεδο μέσα στις συνελεύσεις και στο συντονιστικό σε επίπεδο πολιτικής γραμμής, πρακτικής, συγκρότησης και λειτουργίας με βάση και τις αποφάσεις πολιτικού πλαισίου και φυσιογνωμίας του εγχειρήματος. Κρίσιμο ζήτημα είναι η ανάπτυξη και προώθηση της πολιτικής του πρότασης για μια αντικαπιταλιστική εργατική απάντηση στην κρίση και την επαναστατική κομμουνιστική προοπτική.

Η δημοκρατική πολιτική- οργανωτική συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Προτείνουμε να διαμορφώσουμε συλλογικά ένα μοντέλο πραγματικών συνελεύσεων που θα συζητούν συγκεκριμένα θέματα και θα αποφασίζουν. Η διαδικασία εκπροσώπησης στα συντονιστικά και στα σώματα να αντιστοιχεί στην πραγματικότητα των συνελεύσεων με «αιρετούς –ανακλητούς εκπροσώπους» αξιοποιώντας θετικές προτάσεις που διατυπώνονται και πιέζοντας τους συμμάχους που ταλαντεύονται η αρνούνται. Να προτείνουμε συγκεκριμένο σχέδιο λειτουργίας για τη σχέση οργανώσεων –συνελεύσεων, συντονιστικού- συνελεύσεων, τρόπο λήψης των αποφάσεων. Η λειτουργία των συνελεύσεων να μονιμοποιηθεί, να βαθύνει-πλουτίσει η πολιτική και ιδεολογική συζήτηση στο εσωτερικό τους, να συνδυαστεί η στήριξη των κεντρικών ενεργειών με τοπικά σχέδια δράσης και γενικού πολιτικού και τοπικού χαρακτήρα.

Το μεγάλο ζητούμενο είναι η δραστήρια εμπλοκή και η ανάληψη ευθυνών από το αντικαπιταλιστικό δυναμικό, με την ανάληψη καθηκόντων «κεντρικού πολιτικού χαρακτήρα» και την υπέρβαση λογικών «ανάθεσης», «ενεργητικής παρακολούθησης» κλπ. Ιδιαίτερη προσπάθεια συμμετοχής συντρόφων που διαφοροποιούνται από την παραδοσιακή αριστερά, από το εργατικό κίνημα και τη διανόηση. Στο πλαίσιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και εκτός αυτής έχει ήδη ξεκινήσει συζήτηση για την αναγκαιότητα αλλά και τη δυνατότητα μιας ιδιαίτερης διαδικασίας διαλόγου, συσπείρωσης και συντονισμού δράσης του δυναμικού που αναζητά θεωρητική- πολιτική –οργανωτική συγκρότηση για νέα κομμουνιστική προοπτική. Το συντονιστικό και οι συνελεύσεις είναι ανάγκη να συζητήσουν για πρωτοβουλίες κοινής δράσης με αγωνιστές και δυνάμεις που τείνουν να αποστοιχηθούν από ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, με την υπόλοιπη ριζοσπαστική αριστερά και ιδιαίτερα με ΕΕΚ και ΟΚΔΕ.

4.- Τα καθήκοντά μας στο κίνημα

Στo πλαίσιο του πολιτικού μας σχεδιασμού είναι αναγκαία μια αποφασιστική στροφή του ΝΑΡ και της ν.ΚΑ – και ευρύτερα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς – στους χώρους που εργάζεται και ζει η εργαζόμενη πλειοψηφία, ο κόσμος της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού αποκλεισμού, οι μετανάστες και οι νέοι της περιπλάνησης.

α) Μέτωπο απέναντι στον κατακερματισμό των διεκδικήσεων.

Βασικοί άξονες για ένα αντικαπιταλιστικό εργατικό πρόγραμμα πάλης περιλαμβάνονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ που έχει διαμορφωθεί με βάση την απόφαση στο πρόσφατο Πανελλαδικό σώμα της οργάνωσής μας…

β) Μέτωπο απέναντι στη διάρρηξη της ταξικής ενότητας που προωθεί το κεφάλαιο με μια νέα αγωνιστική ταξική ενότητα των εργαζόμενων. Αντιπαράθεση με τη γραμμή του αστικοποιημένου και υποταγμένου συνδικαλισμού που κρατάει τη βιτρίνα «μιας ομοσπονδίας» και «ενός συνδικάτου» αποκλείοντας, ωστόσο, τη νέα εργατική βάρδια των ελαστικών εργασιακών σχέσεων. Ευθύνη έχει και το ΠΑΜΕ που με τη λογική του οργανωτικού ελέγχου αναπαράγει τον κατακερματισμό της τάξης. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται συνδικάτα που να καλύπτουν τους συμβασιούχους, τους τετραωρίτες, τα stage, τους μετανάστες, όλα τα τμήματα της επισφαλούς εργασίας σε επιχειρησιακό και κλαδικό επίπεδο, με πλήρη συνδικαλιστικά δικαιώματα. Από τη σκοπιά αυτή οι δικές μας δυνάμεις δεν πρέπει να έχουν καμία ταλάντευση στην υπεράσπιση και προώθηση αυτής της γραμμής παντού, ούτε να «πέφτουν στην παγίδα» της ποσόστωσης ή των αστικών μορφών αξιολόγησης (ΑΣΕΠ, «πάγιες και διαρκείς ανάγκες» κλπ).

γ) Να «σπάσει το κλίμα» εργοδοτικής τρομοκρατίας (και κυβερνητικής-κρατικής για το δημόσιο τομέα) με φόβητρο τις απολύσεις, τα ελλείμματα, την ελαστική εργασία. Οι «συμφωνίες εργασιακής ειρήνης», η αποδοχή από αρκετά συνδικάτα των «νέων μορφών» απασχόλησης (διαθεσιμότητες, περιοδική εργασία, εργασιακή εφεδρεία, πάγωμα αυξήσεων, ακόμα και απολύσεις), πέρα από την καταφανή «ταξική προδοσία» του υποταγμένου-αστικοποιημένου συνδικαλισμού, βασίζονται στο φόβο του εργάτη μπροστά στην καταιγιστική επίθεση και στην έλλειψη ουσιαστικού συλλογικού στηρίγματος από τα σωματεία και την αριστερά. Ειδικός στόχος αυτής της επίθεσης είναι να βγάλουν στο περιθώριο ή στην παρανομία την ταξική συνδικαλιστική δράση. Η εργοδοσία, σε συμπαράταξη με τμήματα της ΔΑΚΕ και της ΠΑΣΚΕ, προχωρά σε ανοιχτή επίθεση στους πρωτοπόρους αγωνιστές της αντικαπιταλιστικής-ταξικής πτέρυγας, στα σχήματα και στα σωματεία. Σε χώρους της ιδιωτικής υγείας, του εμπορίου, της εκπαίδευσης, των ΟΤΑ, των κατασκευών και αλλού, εξαπολύεται και θα ενταθεί στο μέλλον μια λυσσαλέα προσπάθεια αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων στα σωματεία με στόχο την απόλυτη συμπόρευση στη γραμμή της εργοδοτικής υποταγής και της ταξικής συνεργασίας με το πρότυπο ΓΣΕΕ-ΣΕΒ αλλά και τη «νέα» γραμμή ΠΟΣΔΕΠ. Η απόλυση και ειδικά η τρομοκρατική απόλυση, πρέπει να γίνεται πεδίο μαζικής αντιπαράθεσης και αλληλεγγύης σε κάθε χώρο, με αποφασιστική δράση του κλαδικού σχήματος, του σωματείου και της συνέλευσης, με προσπάθεια ευρύτερου συντονισμού σωματείων όπως με την Κούνεβα. Κυρίως όμως με την πολιτική κινητοποίηση δυνάμεων, χωρίς τη λογική μικρομάγαζου και μικροηγεμονισμού, της αντικαπιταλιστικής αριστεράς (αποφασιστικός εδώ ο ρόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) και της αποφασιστικής υλοποίησης της γραμμής της κοινής δράσης όλων των αριστερών δυνάμεων στο κίνημα. Τα παραδείγματα από τον αγώνα των βιβλιοϋπαλλήλων, της ALTEC, του ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗ του ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ και του συντονισμού για την Κούνεβα, δείχνουν ότι υπάρχουν και οι αγωνιστικές διαθέσεις.

δ) Ενημέρωση – εξόρμηση στους χώρους δουλειάς για την κρίση και τις συνέπειές της. Είναι απόλυτα αναγκαίο ένα συλλογικό κείμενο των παρεμβάσεων και σχημάτων, για την ταξική απάντηση στην κρίση. Ειδική αναφορά και επικαιροποίηση απαιτείται απέναντι στην πολυμέτωπη έφοδο στα δικαιώματα των εργαζομένων με βάση τις αποφάσεις της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής της Πράγας καθώς και των νέων μέτρων της κυβέρνησης που περιλαμβάνουν: Τη γνωστή εκ περιτροπής εργασία που νομοθετήθηκε από το ΠΑΣΟΚ. Τη μείωση του λεγόμενου μη μισθολογικού κόστους της εργασίας που σημαίνει πετσόκομμα στα ασφαλιστικά δικαιώματα, στις υγειονομικές καλύψεις κλπ. Την αυστηροποίηση των προϋποθέσεων για την παροχή επιδόματος ανεργίας, το οποίο θα δίνεται στους εργοδότες για να απασχολούν άνεργους. Τη σημαντική αύξηση του αριθμού μαθητειών που σημαίνει αύξηση της απλήρωτης ή κακοπληρωμένης δουλειάς. Την ένταξη των πιο ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων στην παραγωγή με άθλιους όρους για να απαλλαχθεί παράλληλα και από το κόστος – όπως το θεωρεί – της Πρόνοιας, το οποίο μετακυλύει ολοένα και περισσότερο στα λαϊκά στρώματα. Τη μεγαλύτερη πρόσδεση της εκπαίδευσης στο άρμα των επιχειρήσεων, προκειμένου να υπηρετεί πιο αποτελεσματικά την κερδοφορία του κεφαλαίου. Την κατάργηση της σταθερής εργασίας, την ένταση της εργασιακής περιπλάνησης από επάγγελμα σε επάγγελμα και από ειδικότητα σε ειδικότητα, με ταχύρυθμα προγράμματα κατάρτισης στο ενδιάμεσο κάθε επαγγελματικής μετακίνησης.

Το σύνολο των μέτρων αυτών ισχύουν ήδη ή έχουν δρομολογηθεί στη χώρα μας με συνευθύνη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, αλλά και με την επί της ουσίας συναίνεση ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Για την υλοποίησή τους, μάλιστα, η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη αναγγείλει τη διάθεση 3,2 δισ. ευρώ, τα οποία θα ξεκοκαλίσουν τους επόμενους μήνες οι μεγαλοεργοδότες, ΜΚΟ, δήμοι και νομαρχίες, ακόμα και συνδικαλιστικές οργανώσεις, με στόχο να περάσουν στο σύνολό τους οι αντεργατικές ανατροπές.

ε) Το ζήτημα της ανάπτυξης αντιστάσεων και αγώνων δεν είναι δεδομένο. Απαιτεί ποιοτικά ανώτερη δουλειά, στο σχεδιασμό των ΟΒ να τεθούν στόχοι για πρωτοβουλίες και επιτροπές αγώνα με ενεργοποίηση ευρύτερων δυνάμεων από τα σχήματα και τις τοπικές επιτροπές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Κορυφαίο ζήτημα είναι να προωθήσουμε αποφασιστικά το συντονισμό των σωματείων, πλειοψηφιών και μειοψηφιών – επιτροπών αγώνα, με στόχους για το εισόδημα, τις εργασιακές σχέσεις, τις απολύσεις, τη φορολογία, το ασφαλιστικό- υγειονομική περίθαλψη (σοβαρό πρόβλημα για το κίνημα των δημοσίων υπαλλήλων με τη δραστική περικοπή δαπανών του ΟΠΑΔ). Να προβάλουμε πιο επιθετικά την ανάγκη απεργιακών αγώνων, με αιχμές την ανατροπή των νέων κυβερνητικών μέτρων, του Προγράμματος Σταθερότητας και της ΕΓΣΕΕ, τις απολύσεις και τις αυξήσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, τα ασφαλιστικά (μετά και την απόφαση του ευρωδικαστηρίου για τις γυναίκες και τις «συστάσεις» Αλμούνια για νέο αντιασφαλιστικό πακέτο) και την ελαστική εργασία. Όλα αυτά να συνδεθούν πιο πολύ με την κρίση και την αντιπαράθεση με την προκλητική στάση της ΓΣΕΕ απέναντι στις πρωτοβουλίες των πρωτοβάθμιων σωματείων. Μια τέτοια δουλειά για να γίνει γεγονός, πρέπει να την πάρει πάνω του ο κόσμος των αντικαπιταλιστικών συνελεύσεων –επιτροπών, των σχημάτων, των κινήσεων και να δημιουργήσει ένα συντονισμό εργατικών δυνάμεων που θα παρεμβαίνει με αυτοτέλεια σε ότι προκηρύσσει η ΓΣΕΕ, ενώ θα προετοιμάζει και δικά του γεγονότα.

Το ζήτημα απολύσεις-ανεργία, να αναδειχτεί και με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες σε κάθε πόλη με μορφές ενεργητικής αλληλεγγύης σε αγωνιζόμενους χώρους ενάντια στις απολύσεις. Συμμετέχουμε και προσπαθούμε να αναβαθμιστεί σε περιεχόμενο- στόχους η πρωτοβουλία σωματείων για τις απολύσεις και υλοποιηθεί η δυνατότητα συντονισμού σωματείων και επιτροπών κατά των απολύσεων, του δουλεμπορίου και της τρομοκρατίας στους χώρους δουλειάς.

Το ζήτημα των δημοκρατικών δικαιωμάτων και λαϊκών ελευθεριών στην εποχή μας πρέπει να αποτελέσει βασικό μέτωπο πάλης. Αποκτά εκρηκτικό χαρακτήρα καθώς το κατασταλτικό πογκρόμ γίνεται οργανικό συμπλήρωμα της αντεργατικής επίθεσης αλλά και βασικό όπλο αποτροπής των αγώνων, μηδενικής ανοχής απέναντι σε κάθε συλλογική μαχητική δράση απόκρουσης της δυνατότητας εμφάνισης ενός επικίνδυνου ανατρεπτικού πολιτικού ρεύματος επαναστατικής-αριστερής τάσης.

στ) Πρώτο πεδίο δοκιμής των κατευθύνσεων αυτών στη ΔΕΘ.

Στη ΔΕΘ επιδιώκουμε μια μαζική, ταξική απάντηση των σωματείων και των επιτροπών αγώνα, απέναντι στην κρίση, των μέτρων της Ε.Ε., της κυβέρνησης και των εργοδοτών. Για να πάρουμε από τα κέρδη, με τα σύγχρονα εργατικά δικαιώματα- αιτήματα, για «κοινωνικοποίηση του κοινωνικού πλούτου, όχι των ζημιών», για «να πληρώσει την κρίση το κεφάλαιο που τη δημιούργησε» και για «να ανατρέψουμε τα μέτρα και το καθεστώς του εργασιακού μεσαίωνα κυβέρνησης-κεφαλαίου-ΕΕ, καλυτερεύοντας και αλλάζοντας τη ζωή μας». Με το διαχωρισμό από τον υποταγμένο και αστικοποιημένο σ.κ. και τις συνδικαλιστικές δυνάμεις που το στηρίζουν.

Με την ανάδειξη κεντρικών αξόνων- διεκδικήσεων όπως:

– αύξηση μισθών, μείωση ωρών εργασίας- να μειωθούν τα κέρδη των επιχειρήσεων. Ασφαλιστικά δικαιώματα, με ανατροπή του συμφώνου σταθερότητας, με γενναία φορολογία στο κεφάλαιο.

– Ανατροπή των μέτρων της κυβέρνησης της ΝΔ και του νέου αντιλαϊκού προϋπολογισμού.

– Νομοθετική απαγόρευση των απολύσεων και του δουλεμπορίου. Σταθερή και αξιοπρεπή δουλειά, ενάντια στην πολιτική γενίκευσης των ελαστικών σχέσεων εργασίας που προωθεί ακόμα πιο έντονα η κυβέρνηση στο όνομα της θωράκισης από την κρίση. Να κλείσουν αμέσως, αντί να επιδοτούνται κιόλας, όλες οι εταιρείες ενοικίασης εργαζομένων(ιδιωτικοί ΟΑΕΔ) απειθαρχώντας στην σχετική οδηγία της Ε.Ε. που τις κατοχυρώνει.

– Βασικός μισθός 1500 ευρώ. Επίδομα ανεργίας ίσο με τον βασικό μισθό που διεκδικούμε (ή τον μισθό απόλυσης), χωρίς προϋποθέσεις. Παραγραφή των δανείων. Καταγγελία-επαναδιαπραγμάτευση της προδοτικής ΕΓΣΣΕ και του μισθολογίου φτώχειας που ετοιμάζουν από κοινού το κράτος και η ΑΔΕΔΥ. Αφορολόγητο όριο 20.000 € για κάθε μισθωτό και συνταξιούχο. Κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη βασικής ανάγκης.

Να καταργηθούν οι αντιασφαλιστικοί νόμοι ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Άμεση αποχώρηση των ταμείων από το χρηματιστήριο. Να επιστραφούν από το κράτος και τους τραπεζίτες όλα τα κλεμμένα από τα Ταμεία (65 δις. ευρώ), μαζί και αυτά που «χάθηκαν» στο χρηματιστηριακό τζόγο τα τελευταία δυο χρόνια (τουλάχιστον 5,5 δις). Πλήρης σύνταξη στα 30 χρόνια δουλειάς, μείωση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης (58 για τους άνδρες, 55 για τις γυναίκες). Ασφαλιστική, υγειονομική κάλυψη σε όλους, ντόπιους και μετανάστες, χωρίς κανένα περιορισμό ενσήμων.

-Κρατικοποίηση χωρίς αποζημίωση των επιχειρήσεων που κλείνουν με εξασφάλιση όλων των θέσεων εργασίας. Πάλη κατά του αντιδραστικού κύματος ιδιωτικοποιήσεων (ΔΕΚΟ, ΣΔΙΤ). Καθολική δημόσια υγεία και εκπαίδευση.

– Να μην πληρωθούν τα 12 δις. ευρώ ετήσιοι τόκοι για το δημόσιο χρέος! Στάση πληρωμών απέναντι στους δανειστές, καπιταλιστές, τοκογλύφους του χρέους, και όχι απέναντι στις κοινωνικές και λαϊκές ανάγκες. Όχι στην πολιτική κρατικής (δηλ. με τα λεφτά των εργαζομένων) ενίσχυσης των τραπεζών όταν μάλιστα το α’ τρίμηνο του 2009 πλησίασαν το 1 δις. ευρώ κέρδη. Να περιέλθουν στο δημόσιο οι τράπεζες λειτουργώντας με εργατικό-κοινωνικό έλεγχο και έξω από τους νόμους της αγοράς. Κατάργηση της δυνατότητας των τραπεζών για κατασχέσεις της περιουσίας των εργαζομένων.

-Ίσα δικαιώματα στους μετανάστες και τους ξένους εργάτες

Στόχος: να οργανωθεί μια ανεξάρτητη ταξική συγκέντρωση – πορεία σωματείων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Διερεύνηση δυνατότητας στάσεων εργασίας, διεθνούς συνάντησης με ταξικά τμήματα εργαζομένων από την Ευρώπη (ειδικά για τους μετανάστες), πολιτιστικής παρέμβασης (π.χ. αφιέρωμα στο Ρίτσο και το εργατικό τραγούδι)

Η εργατική επιτροπή και οι οργανώσεις να συζητήσουν το θέμα, να προετοιμάσουν παρέμβαση στα σχήματα και τα σωματεία. Ξεχωριστή συνάντηση με τις μεταναστευτικές οργανώσεις. Ειδική συζήτηση θα προτείνουμε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στις άλλες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς με πρόταση πολιτικής στήριξης αυτή της γραμμής.

ζ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Το μεταναστευτικό παίρνει πλέον εκρηκτικές διαστάσεις και αναδείχνεται η ουσία του ως εργατικό-ταξικό ζήτημα. Είναι κορυφαίο ζήτημα ταξικής ενότητας που δεν αντιμετωπίζεται με την «πολυπολιτισμική γραμμή», την ανθρωπιστική αλληλεγγύη και τους αδιέξοδους ακτιβισμούς. Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε καθόλου την προσπάθεια του αστικού συστήματος να κάνει το ρατσισμό εργαλείο δεξιάς μετατόπισης των εργαζομένων και ταξικού εμφυλίου για να περάσει πιο εύκολα η κρίση στις πλάτες των εργαζομένων.

Εμείς σε γενικές γραμμές πρέπει να συνδέουμε το ζήτημα με 2 πλευρές, ξεπερνώντας τον γενικόλογο ανθρωπισμό και τα περί «παραδοσιακής φιλόξενης χώρας».

Οι μετανάστες είναι οι πρώτοι που πληρώνουν την κρίση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Η δημιουργία τεράστιων μεταναστευτικών ρευμάτων οφείλεται στη διεθνή κατάσταση που έχει επιβάλλει η «αντιτρομοκρατική σταυροφορία, η συσσώρευση της εκμετάλλευσης τόσων χρόνων και η ιμπεριαλιστική «Νέα τάξη» με τη διάλυση ολόκληρων χωρών και περιοχών του πλανήτη. Υπογραμμίζουμε τις ευθύνες της Ε.Ε. που από την μια στηρίζει τις επεμβάσεις και από την άλλη οικοδομεί την Ευρώπη φρούριο.

Αντιμετωπίζουμε τους μετανάστες σαν κομμάτι της τάξης αλλά και με τα ιδιαίτερα θεσμικά, κοινωνικά, πολιτισμικά προβλήματα τους, στη πάλη για την ενότητα και την κοινωνικοπολιτική της συγκρότηση. Το αστικό μπλοκ επιχειρεί να στρέψει την διαμαρτυρία και την αντίσταση στον διπλανό μας τον ξένο εργάτη σήμερα, τον προνομιούχο δημόσιο υπάλληλο και αυτόν που παίρνει επιδόματα χωρίς να δουλεύει αύριο και όχι στον απέναντι τον εργοδότη που απολύει που χρησιμοποιεί τους μετανάστες ως μαύρη και ανασφάλιστη εργασία. Οι ταξικές δυνάμεις πρέπει να αποκαλύπτουν καθημερινά την προσπάθεια από κυβέρνηση – ΠΑΣΟΚ – ΜΜΕ να στραφεί η δυσαρέσκεια σε ακίνδυνους για το σύστημα και διασπαστικούς για τη τάξη δρόμους όσο και ότι προς το συμφέρον τους είναι η πάλη για ίσα εργατικά και πολιτικά δικαιώματα.

Να συμβάλουμε ώστε τα ζητήματα αυτά να αναδειχτούν από το μαζικό κίνημα και ιδιαίτερα από τις πρωτοβουλίες συντονισμού των σωματείων και με λογική κοινής δράσης με τις άλλες συνδικαλιστικές δυνάμεις της αριστεράς. Οι οργανώσεις μας των γειτονιών να προτείνουν συνεδριάσεις των κινήσεων και οι εργατικές συσκέψεις σχημάτων για ανάληψη πρωτοβουλιών σε κάθε χώρο και για το συντονισμό τους. Με βάση αυτή τη λογική υποστηρίζουμε την ανάπτυξη πρωτοβουλίας από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς για να οργανωθούν κινητοποιήσεις ενάντια στα νέα τρομοκρατικά μέτρα της κυβέρνησης και στην αντιδραστική επίθεση στο κίνημα, επιδιώκοντας το συντονισμό για τα θέματα του άσυλου, των συλληφθέντων του Δεκέμβρη, της εργοδοτικής τρομοκρατίας και των μεταναστών και προτείνοντας κοινή δράση με τις άλλες μετωπικές πρωτοβουλίες.

Στην ανακοίνωση του ΝΑΡ για τους μετανάστες και στο σχετικό κεφάλαιο του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού προγράμματος διατυπώνεται η πολιτική κατεύθυνση και το πλαίσιο στόχων που προτείνουμε.

η) Για την προώθηση της αντίληψης του νέου εργατικού κινήματος. Αποφασιστικός κρίκος για την προώθηση αυτού του σχεδίου είναι η πολιτική ανασυγκρότηση της λειτουργίας των ΟΒ του ΝΑΡ και της ικανότητά τους να οργανώνουν ένα ευρύτερο «κύκλο επιρροής» ανθρώπων και δυνάμεων στην αντίληψη της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος. Με κύρια βάση την ταξική απάντηση στην κρίση και την προοπτική της εργατικής χειραφέτησης, πρέπει άμεσα να πάρουμε πρωτοβουλία (με κείμενο θέσεων και ανοιχτές συζητήσεις στις βασικές πόλεις) για τη συγκρότηση της κίνησης του ΝΕΚ. Αυτή θα είναι και η καλύτερη συμβολή μας στην προώθηση της γραμμής του ΝΕΚ στις σημερινές συνθήκες.

Γ.- Το ΝΑΡ και η νΚΑ

Οι πρώτες εκτιμήσεις και τα στοιχεία από τις οργανώσεις δείχνουν ότι η εκλογική δουλειά του ΝΑΡ και της ν.ΚΑ κινήθηκε σε καλύτερο επίπεδο από άλλες φορές.

Στην Πολιτική Επιτροπή, στο Πανελλαδικό Σώμα και στις ΟΒ πραγματοποιήσαμε, με ένα σχετικά ανώτερο επίπεδο εσωκομματικής δημοκρατίας και ενότητας, σημαντικό βήμα επεξεργασίας στο περιεχόμενο τη μορφή και το περιεχόμενο της πολιτικής γραμμής και της ενωτικής πρότασης του ΝΑΡ. Η κατεύθυνση αυτή αποτέλεσε τη βάση της ιδεολογικής –πολιτικής προετοιμασίας για να δώσουμε, ως ΝΑΡ και νΚΑ, με ενιαίο πολιτικά τρόπο τη μάχη των αντικαπιταλιστικών συνελεύσεων και στη συνέχεια την ίδια την εκλογική μάχη.

Οι οργανώσεις του ΝΑΡ και της νΚΑ, έδωσαν με δημιουργικό τρόπο τη μάχη, με θετική εκτίμηση των δυνατοτήτων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και με επίγνωση των προβλημάτων του, έχοντας να αντιμετωπίσουν χρόνιες στρατηγικές ανεπάρκειες και προβλήματα πολιτικής λειτουργίας των ΟΒ. Το δυναμικό του ΝΑΡ και της νΚΑ στη μεγάλη πλειοψηφία στρατεύτηκε στη μάχη των εκλογών σχετικά γρήγορα, παρά τις δυσκολίες της περιόδου και τα οργανωτικά προβλήματα.

Ως προς την έκταση της εκλογικής δουλειάς, σε μαζικό επίπεδο ήταν αρκετά μεγαλύτερη από άλλες φορές (συγκεντρώσεις σε πόλεις και σε γειτονιές της Αθήνας, συσκέψεις σε εργασιακούς κλάδους, περιοδείες-εξορμήσεις σε δεκάδες εργασιακούς χώρους στην Αθήνα και άλλες σε νομούς, περίπτερα σε γειτονιές της Αθήνας).

Από πολιτική άποψη, να εκτιμήσουμε την καλύτερη παρουσία του ΠΡΙΝ και την ανεβασμένη στράτευση της ν.ΚΑ. Μετά το θετικό αποτέλεσμα στις φοιτητικές εκλογές, οι ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ 2009, ως αυτοτελής πολιτική παρέμβαση, αποτέλεσαν – ιδιαίτερα στην Αθήνα -θετική συμβολή στην πολιτική και εκλογική μάχη παρά τις δυσκολίες πολιτικού- οργανωτικού σχεδιασμού.

Θετική πλευρά στη δουλειά μας, η επαφή- συζήτηση -ενεργοποίηση συντρόφων της διάσπασης, των ΕΑΑΚ, αλλά και ορισμένων που διαφοροποιούνται από ΚΚΕ και ΣΥΝ και βλέπουν θετικά τις πολιτικές πρωτοβουλίες του ΝΑΡ.

– ΓΙΑ ΤΟ 3ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΝΑΡ ΚΑΙ ΤΗΣ νΚΑ.

Στην προηγούμενη συνεδρίαση της ΠΕ αποφασίσαμε να συγκληθεί το 3ο Συνέδριο μέσα στο πλαίσιο των καταστατικών μας διαδικασιών και αυτή η δέσμευση έχει πολιτική και οργανωτική σημασία με δεδομένο ότι φέτος έχουμε και τα 20 χρόνια του ΝΑΡ. Υπογραμμίσαμε μάλιστα ότι οι συνθήκες που δημιουργεί η κρίση και η αναμενόμενη όξυνση της ταξικής πάλης, σε συνδυασμό με τις διεργασίες στο εργατικό κίνημα και την αριστερά, ανεβάζουν τις απαιτήσεις για ένα νέο κύκλο προγραμματικής, πολιτικής και οργανωτικής ανάπτυξης του ΝΑΡ και μετασχηματισμού του ως οργάνωσης της Κομμουνιστικής Επαναθεμελίωσης, ικανής να ανταποκριθεί και να συμβάλει αποφασιστικά στις μάχες του εργατικού κινήματος και στην προώθηση του μετώπου της επαναστατικής αριστεράς και στη συσπείρωση του δυναμικού μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής.

Η Πολιτική Επιτροπή στη συνεδρίαση της του Ιούλη θα συζητήσει τα θέματα:

Α) Προετοιμασία του 3ου Συνεδρίου. Στόχος, Θέματα ημερήσιας διάταξης Πορεία προς το Συνέδριο με σώματα, συνδιασκέψεις, ανοικτή θεωρητική συζήτηση με τον κόσμο της αριστεράς. Εκδηλώσεις παρεμβάσεις για τα 20χρονα ΝΑΡ.

Β) Σχεδιασμός των συνδιασκέψεων οργανώσεων ΝΑΡ, της ανάδειξης οργάνων περιοχών και πόλεων. Συμβολή στο Συνέδριο ν ΚΑ. Λειτουργία και καταμερισμός ΠΕ και Γραφείου ΠΕ.

Αθήνα, Ιούνης 2009

Η Πολιτική Επιτροπή του ΝΕΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ- ΝΑΡ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: