Ο Γιώργος Ρούσης στο ΠΡΙΝ: «Με την Αριστερά της ελπίδας…»

Ο Γιώργος Ρούσσης, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με σειρά θεωρητικών έργων από τη σκοπιά του μαχόμενου μαρξισμού, τάραξε τα νερά στην Αριστερά με τις παρεμβάσεις του, το τελευταίο διάστημα. Μιλάει στο «Πριν» για τη σύγχρονη κομμουνιστική προοπτική, για τη σύγκρουσή του με την ηγεσία του ΚΚΕ και για την ανάγκη στήριξης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις εκλογές και στους αγώνες.

Συνέντευξη στον ΚΩΣΤΑ ΜΑΡΚΟΥ

– Γιώργο, με τις παρεμβάσεις σου, είναι αλήθεια, έχεις ταράξει τα νερά στην Αριστερά. Ωστόσο, η παρέμβαση που τείνει να μείνει στο περιθώριο, νομίζω ότι είναι και αυτή η οποία έχει τη μεγαλύτερη σημασία για το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα: Το έργο σου «Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς». Γιατί «γεννήθηκε νωρίς», λοιπόν;

– Δεν ξέρω αν με τις παρεμβάσεις μου τάραξα όπως λες τα νερά της Αριστεράς. Γι’ αυτό που είμαι βέβαιος πάντως, είναι ότι εκφράζανε ένα ευρύτερο κομμάτι της, ιδιαίτερα ανάμεσα στο πιο μεγάλο «κόμμα» της, που δεν είναι άλλο από εκείνους που πέρασαν κάποτε από το ΚΚΕ και για διάφορους λόγους δεν είναι πια σε αυτό. Έχεις πάντως δίκιο να λες ότι η πιο σημαντική από αυτές τις παρεμβάσεις, το τελευταίο μου βιβλίο «Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς», είναι η λιγότερο γνωστή. Είναι νομίζω και αυτό σημείο των καιρών. Το επίκαιρο, εκείνο που δημιουργεί βαβούρα, το πιο ελαφρύ,  έχει περισσότερη απήχηση από το πιο  βαθύ, το πιο  ουσιαστικό, το θεωρητικό…

– …είναι μόνον αυτό;

– Πέραν τούτου, νομίζω ότι θάφτηκε και εσκεμμένα από εκείνους που αρνούνται να ανοίξει επιτέλους ένας διάλογος για τα ζητήματα της κομμουνιστικής προοπτικής, τα οποία θίγονται σε αυτό και που κρίνουν τα βιβλία και γενικότερα την πνευματική παραγωγή, ανάλογα με τη στάση του δημιουργού της απέναντι τους. Ο υπότιτλός του –«η ετεροχρονισμένη επικαιρότητα της κομμουνιστικής χειραφέτησης»-, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο απάντηση στο ερώτημά σου. Εκείνο που υποστηρίζω, λοιπόν, είναι ότι η κομμουνιστική χειραφέτηση, δηλαδή η κυριαρχία της ελεύθερης δραστηριότητας ως αυτοσκοπού απέναντι στην καταναγκαστική εργασία, ενώ δεν ήταν εφικτή με αυτή την ολοκληρωμένη της μορφή, ούτε στην εποχή των κλασικών, ούτε στη Ρωσία του ’17, όχι μόνον είναι εφικτή στην εποχή μας, αλλά αποτελεί και τη μοναδική λύση απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Υπό αυτή την έννοια, ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς. Εκείνο όμως, που έχει περισσότερη πρακτική σημασία, είναι ότι αν ισχύει πράγματι το παραπάνω σκεπτικό -κάτι που προσπαθώ να αποδείξω στο βιβλίο-, τότε θα πρέπει και η τακτική της κομμουνιστικής, τουλάχιστον, Αριστεράς να υποτάσσεται στην προοπτική της κομμουνιστικής χειραφέτησης και κυρίως, ότι τα όποια απαραίτητα μέσα, όπως η ταξική πάλη, το επαναστατικό κόμμα, ο σοσιαλισμός, δεν έχουν νόημα παρά μόνο στο βαθμό που οδηγούν σε αυτήν την προοπτική.

– Κρίση του υπαρκτού καπιταλισμού, αγώνες, ακόμη και εξεγέρσεις, διάχυτος αντικαπιταλισμός, ξανά «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»…

-…ναι, μόνο που το ΠΑΣΟΚ δεν έχει πια καμιά σχέση, όχι μόνο με τη σοσιαλδημοκρατία της Β’ Διεθνούς, αλλά ούτε καν με τον κεϊνσιανισμό. Έχει περάσει ανοιχτά στο νεοφιλελευθερισμό. Η προβολή του συνθήματος «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» από το ΠΑΣΟΚ επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι είναι το κατεξοχήν ελληνικό κόμμα που δε διστάζει μπροστά σε καμιά απάτη, φτάνει να κατακτήσει την αστική εξουσία. Αποτελεί κοινή πολιτική αγυρτεία. Για τη σημερινή βαρβαρότητα, τόσο το ίδιο, όσο και οι ανά τον κόσμο ομογάλακτοι του, είναι συνυπεύθυνοι…

– …σύμφωνοι, αλλά παρόλα αυτά, η επαναστατική κομμουνιστική Αριστερά αδυνατεί να γίνει ένα σύγχρονο μαζικό ρεύμα εργατικής αναφοράς.

– Για το γεγονός ότι  η επαναστατική κομμουνιστική Αριστερά όχι μόνον δεν είναι ένα μαζικό ρεύμα, αλλά σε πολλές αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είναι σχεδόν ανύπαρκτη, φταίει κατά τη γνώμη μου, αρχικά το ότι, πέραν των άλλων δεινών, ο καπιταλισμός αποξενώνει τους ανθρώπους από την ίδια την ανθρώπινη ουσία και κυριαρχεί και ιδεολογικά, με συνέπεια οι άνθρωποι -της εργατικής τάξης συμπεριλαμβανομένης- μάλλον να ενσωματώνονται παρά να επαναστατούν. Εκτιμώ, ότι αυτή η μέχρι τώρα κυρίαρχη τάση μπορεί να ανατραπεί. Διότι, από τη μια, κάτω από το βάρος της κρίσης, θα ανατραπούν πολλές από τις αντικειμενικές συνθήκες οι οποίες έθρεφαν την ενσωμάτωση και από την άλλη, διότι παράλληλα με την ανάπτυξη ενός μαζικού κινήματος αντίστασης, είναι αναμενόμενο, σε διαλεκτική σύνδεση με αυτό, έστω αργά και βασανιστικά, να διαμορφώνονται και τα πολιτικά επαναστατικά υποκείμενα.

-Επί σειρά ετών, κινήθηκες στο χώρο του ΚΚΕ. Τι σε έσπρωξε σε αυτή την επιλογή;

-Από το ΚΚΕ έφυγα διότι διαφώνησα με την ίδρυση του Συνασπισμού και στη συνέχεια με τον ελληνικό ιστορικό συμβιβασμό της κυβέρνησης Τζανετάκη. Είχα τότε συμμετάσχει στη δημιουργία του ΝΑΡ και, για την ιστορία, ήμουν συνεκδότης του Πριν μαζί με τον Γιώργο τον Δελαστίκ. Επανήλθα  σαν συνεργαζόμενος με το ΚΚΕ, όταν από τη μια, διαπίστωσα ότι το εγχείρημα ΝΑΡ και με δικές του ευθύνες δεν είχε την απήχηση που αρχικά εγώ τουλάχιστον ευελπιστούσα, και από την άλλη, διότι εκτίμησα ότι το ΚΚΕ, που παρέμενε η πιο μαζική δύναμη της Αριστεράς, έδειχνε τάσεις να ασκήσει αυτοκριτική για τις επιλογές του που με είχαν οδηγήσει στην αποχώρηση, έκανε ορισμένα έστω δειλά μετωπικά ανοίγματα, φάνηκε να θέλει να διερευνήσει τις αιτίες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις χώρες του «υπαρκτού».

-Ωστόσο, μετέπειτα ήρθε η σύγκρουση με την ηγεσία του Περισσού. Ποια είναι τα βαθύτερα αίτια;

-Τελικά διαψεύστηκα παταγωδώς. Διότι το ΚΚΕ, ιδίως μετά το 17ο Συνέδριό του και με αποκορύφωμα το 18ο , για λόγους που χρίζουν διερεύνησης, οδηγήθηκε σε αυτό που αποκάλεσα τα «τρία Σ». Δηλαδή, σε έναν πρωτόφαντο για την μεταπολεμική ιστορία του Σεχταρισμό, σε μια απαράδεκτη δικαιολόγηση των Σταλινικών εγκλημάτων κατά των κομμουνιστών, και κυρίως ιδιαίτερα, κατά τα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη, σε ένα Συντηρητισμό ασύμβατο με επαναστατικό κόμμα. Οι διαφωνίες μου με το ΚΚΕ εκφράστηκαν δημόσια και αντιμετωπίστηκαν όπως αντιμετωπίστηκαν -δείγμα και αυτό της αντοχής του ΚΚΕ στο διάλογο και της αντιμετώπισης της τόσο αναγκαίας για την ανατροπή κριτικής σκέψης. Παρόλα αυτά, τόσο τον κόσμο του ΚΚΕ όσο και το ίδιο, συνεχίζω να τα αντιμετωπίζω συντροφικά. Με πονάει βαθύτατα η όποια αρνητική εξέλιξή του και θεωρώ ότι πρέπει να επιμένουμε στη συνεργασία στο μαζικό κίνημα μαζί του.

-Δημόσια, πλέον, υπεράσπισες την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Δεν φοβάσαι να στηρίξεις ένα νεότευκτο εγχείρημα που ορισμένοι το χαρακτήρισαν ακόμη και «συνονθύλευμα»;

-Όπως ανέφερα στο σχετικό μου άρθρο στην «Ελευθεροτυπία», η υποστήριξη μου στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίχτηκε σε πέντε, κυρίως, δεδομένα. Πρώτο, το εγχείρημα αυτό από μόνο του δείχνει, αν μη τι άλλο, μια αντισεχταριστική  διάθεση όλων όσων συμμετέχουν σε αυτό. Δεύτερο, οι συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι δυνάμεις οι οποίες είναι διατεθειμένες να ανοίξουν επιτέλους μια συζήτηση γύρω από τα μεγάλα ζητήματα της Αριστεράς, του περιεχομένου μιας σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής. Τρίτο, οι ίδιες δυνάμεις κινούνται στην κατεύθυνση της ρήξης και όχι της ενσωμάτωσης, όπως απέδειξαν και με τη στάση τους τον περασμένο Δεκέμβρη. Τέταρτο, οι σύντροφοι της ιστορικής ηγεσίας του ΝΑΡ είναι ικανοί, γνήσιοι επαναστάτες, και όχι πολιτικοδίαιτοι ή κομματικοδίαιτοι γραφειοκράτες. Πέμπτο η τοποθέτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την ΕΕ δηλαδή ρήξη, αποδέσμευση, διάλυση είναι ξεκάθαρη και δεν σηκώνει καμιά παρερμηνεία.  Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί μια επένδυση ελπίδας, όχι μόνον ούτε κυρίως για τις εκλογές, αλλά για τους αγώνες που πρόκειται να ακολουθήσουν, είτε  κυβερνάει η πράσινη, είτε η μπλε δεξιά. Και κάνω λόγο για επένδυση ελπίδας γιατί, από τη μια, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την πορεία αυτού του εγχειρήματος, από την άλλη όμως  δεν υπάρχει κάτι πιο ελπιδοφόρο, με ανοιχτές θετικές προοπτικές από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να συσπειρώνει σε μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, κάτι που να μην κρύβει τη διάθεση του να έλθει σε ανοιχτή ρήξη με το σύστημα.

-Και γιατί όχι στήριξη κάποιας από τις άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς;

-Γιατί δεν είμαι διατεθειμένος να επιβραβεύσω τη λογική «το μοναστήρι να ‘ναι καλά» -όποιο και όσο άγιο και να είναι αυτό- πόσο μάλλον σε μια περίοδο που κινδυνεύουμε να συνθλιβούμε από την καπιταλιστική λαίλαπα.

-Και μετά τις εκλογές, τι;

-Μετά τις εκλογές ενωτικοί μαζικοί αγώνες σε όλα τα μέτωπα, αγώνες οι οποίοι θα πρέπει να στοχεύουν στη διαμόρφωση εκείνου του επαναστατικού ρεύματος και κόμματος που θα μας οδηγήσουν στην επαναστατική-διότι άλλη δεν μπορεί να υπάρξει- ανατροπή της προϊστορίας της ανθρωπότητας, δηλαδή του καπιταλισμού.

Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 31.5.09

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s