Στο γύψο οι διαδηλώσεις…

Δικαιοσύνη με πηλίκιο και λόγχη

ΣΤΟ ΓΥΨΟ ΟΙ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ!

Δεν έφταναν οι τρομονόμοι-εκτρώματα 2928/2001 και 3251/2004 και στα νομοθετικά υποπροϊόντα της νέας τάξης πραγμάτων ήρθαν να προστεθούν και οι τελευταίες ρυθμίσεις που προωθεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης, επαναφέροντας στο προσκήνιο την προστασία του κοινωνικο-οικονομικού καθεστώτος, σε μια νέα επιχείρηση επιβολής αυστηρής κοινωνικής πειθαρχίας και συμμόρφωσης: βαρύτατη ποινικοποίηση της χρήσης κουκούλας και επαναφορά του καταργημένου από το 1993 αδικήματος περιύβρισης της αρχής!

Της ΑΡΕΤΗΣ ΣΚΟΥΝΑΚΗ*

«Στην παρούσα δύσκολη φάση η αστυνομία χρειάζεται στήριξη»: δήλωσε ο Υπουργός Δικαιοσύνης, υιοθετώντας ανοιχτά πλέον τη γραμμή Καρατζαφέρη και κάνοντας ειδική αναφορά σε ό,τι ισχύει στην Ε.Ε. και ειδικά στο σκληρό γερμανικό μοντέλο και προχώρησε στην ανακοίνωση νέων έκτακτων μέτρων νομοθετικής καταστολής.

Λίγο νωρίτερα είχε προηγηθεί η εξαγγελία για τη συγκρότηση ειδικού σώματος από «ευέλικτες ομάδες ταχείας επέμβασης» 3.000 αστυνομικών της ομάδας «Ζ» με δίκυκλα των 125 και 250 κυβικών, που θα περιπολούν νυχθημερόν στο κέντρο της Αθήνας.

Το νομοσχέδιο, που πρόκειται πολύ σύντομα να τεθεί για ψήφισή του στη Βουλή, αποτελεί προληπτικό χτύπημα στο ανερχόμενο κίνημα κοινωνικής αντίστασης, ενισχύει θεαματικά ακραία ανορθολογικά και σκοταδιστικά δόγματα και διευρύνει εντυπωσιακά τις «κόκκινες ζώνες» για τα δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες, καθώς προβλέπει:

— Βαριά ποινικοποίηση της χρήσης της κουκούλας (η οποία συνιστά πλέον πλάγιο «ιδιώνυμο», δηλαδή οιονεί αυτοτελές έγκλημα) κατά τη διάπραξη ορισμένων πλημμελημάτων (διατάραξη κοινής ειρήνης, διακεκριμένες φθορές, σωματικές βλάβες) ως ιδιαίτερα επιβαρυντική περίπτωση τέλεσής τους, επιβαρύνοντας το αξιόποινό τους από 2 χρόνια έως ισόβια κάθειρξη! (παραμένει απροσδιόριστο για την ώρα το ακριβές πλαίσιο των απειλούμενων ποινών…). Μάλιστα η χρήση κουκούλας, φαρμακευτικής μάσκας, κασκόλ κλπ. ή η αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου όποιου συλλαμβάνεται να διαπράττει τα αδικήματα αυτά, θα έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρύνεται το ίδιο το πλαίσιο των ποινών και δεν θα επιμετράται απλώς με βαρύτερη ποινή αλλά μέσα στα προβλεπόμενα σήμερα πλημμεληματικά πλαίσια.

Πρόκειται όχι μόνο για επικίνδυνη και απαράδεκτη νομική ακροβασία, αλλά και αυθαίρετη μετατροπή πλημμελημάτων σε κακουργήματα, χωρίς τη συνδρομή κανενός εξωτερικού αξιόποινου στοιχείου, πέρα από το «ενδυματολογικό κριτήριο» ή την ύπαρξη μακιγιάζ! Μετά τη χαρτογράφηση του «εσωτερικού εχθρού» και την ενεργοποίηση των πιο αντιδραστικών αντανακλαστικών, στέλνουν στην κοινωνία ένα σκληρό τρομοκρατικό μήνυμα, στο όνομα δήθεν της «κοινωνικής ειρήνης» αλλά στην πραγματικότητα ενός στυγνού εκβιασμού για να επιτύχουν τις απαραίτητες κοινωνικές συναινέσεις στην επιβολή των αντικοινωνικών σχεδίων τους.

— Αναβιώνει το ιστορικά και κοινωνικά καταδικασμένο αντισυνταγματικό αδίκημα της περιύβρισης της αρχής, το οποίο καταργήθηκε οριστικά το 1993, αφού μέτρησε στα 50 περίπου χρόνια ζωής του πολλές χιλιάδες διώξεων και καταδικαστικών δικαστικών αποφάσεων, καταστέλλοντας με απίστευτη ευκολία την ελευθερία της έκφρασης και όλης γενικά της δημόσιας ζωής, καταλήγοντας συχνά σε απίστευτες φαιδρότητες, καθώς ποινικοποιούσε ακόμη και το χιούμορ ή την πολιτική σάτυρα!, αλλά και τον απλό σχολιασμό πράξεων της δικαιοσύνης, την αιχμηρή κριτική, την πολιτική και κοινωνική διαμαρτυρία και φίμωνε τον τύπο και όλο το εργατικό και λαϊκό κίνημα, καθώς αφορούσε ακόμη και σε όσους φώναζαν σκληρά συνθήματα ή τα κατέγραφαν σε πανό ή προκηρύξεις.

Τα νέα μέτρα προβλέπουν αυτεπάγγελτη πλέον δίωξη για εξύβριση δημόσιου λειτουργού και μάλιστα σε όλη την έκταση της έννοιας του υπαλλήλου (μετά τη διεύρυνση της διατύπωσης, που αρχικά αναφερόταν μόνο σε αστυνομικό, ύστερα από ειδικό αίτημα που υπέβαλαν δικαστές και εισαγγελείς, προκειμένου να συμπεριληφθούν και εκείνοι), όπως αυτή προσδιορίζεται από το άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ορίζει: «υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου». Παθόντες λοιπόν εκτός από τους αστυνομικούς μπορεί να είναι ένας ευρύτατος κύκλος προσώπων: δικαστές, εισαγγελείς, βουλευτές, υπουργοί, διοικητές οργανισμών και κρατικών τραπεζών, διευθυντές σχολείων, αλλά και οποιοσδήποτε δημόσιος υπάλληλος.

Το ίδιο άλλωστε το αδίκημα της περιύβρισης δεν έχει άλλο σκοπό από την καθιέρωση και προστασία της «αυθεντίας της αρχής» και της τιμή των οργάνων του κράτους. Ακόμα και αν το υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο καταλήξει να αφορά μόνο σε δράστη «που ενήργησε με καλυμμένο το πρόσωπό του ή είχε αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του», είναι γνωστή η εκτεταμένη πλέον χρήση της ναζιστικής εμπνεύσεως έννοιας της «συλλογικής ευθύνης», αλλά και η ευκολία με την οποία καθημερινά σχεδόν αποδίδεται η κατηγορία της αντίστασης και εξύβρισης σε βάρος διαδηλωτών, μεγέθη που αποκαλύπτουν προκαταβολικά τις εφιαλτικέςδιαστάσεις που μπορεί να πάρει η εφαρμογή του.

Πέρα όμως από τα παραπάνω, το νέο νομοσχέδιο προβλέπεται να εισάγει και άλλες εξαιρετικά επικίνδυνες και αντιδραστικές ρυθμίσεις, όπως τη γενικευμένη άρση του απορρήτου αλληλογραφίας και τηλεφώνων (με βούλευμα ή εισαγγελική παραγγελία) των προσώπων που κατηγορούνται για οποιοδήποτε κακούργημα προβλέπει ο ποινικός κώδικας, συμπεριλαμβανομένης και της λαθρομετανάστευσης, επιβάλλοντας έτσι και νομοθετικά γενικευμένη ηλεκτρονική παρακολούθηση τεράστιου αριθμού πολιτών.

Είναι προφανές ότι το νομοσχέδιο αυτό στοχεύει επιθετικά στον πυρήνα θεμελιωδών ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και προαναγγέλλει άμεση και εντατική ποινικοποίηση των διαδηλώσεων και της ελεύθερης έκφρασης και θεαματική αύξηση των αυθαίρετων και τυχαίων συλλήψεων. Στη συχνότητα αυτή κινείται και ο υστερικός και δημαγωγικός λόγος των ΜΜΕ, με τη συστηματική υπερβολή στις διαστάσεις των απειλών, καθώς και την κατασκευή ψευδοαπειλών, η σχεδόν ανοιχτή ενθάρρυνση ή τουλάχιστον ανοχή της δράσης ακροδεξιών χώρων και σχημάτων, ενώ στις τελευταίες ύποπτες εμπρηστικές επιθέσεις (στέκι μεταναστών στα Εξάρχεια και σε πολλά κτίρια καταλήψεων και στέκια συλλογικοτήτων) ανιχνεύεται μια σημαντική πιθανότητα το κυρίαρχο τμήμα της πολιτικής τάξης να έχει επιλέξει το κλίμα έντασης και κατασκευής τρόμου με τυφλά χτυπήματα και παρακρατικές δράσεις.

Η μετατροπή του «προβλήματος της ασφάλειας» σε «πρόβλημα δικαιοσύνης», σε μια εξίσωση όχι μόνο θεωρητικά μετέωρη αλλά και πρακτικά επικίνδυνη και βαθιά αντιδραστική, συνιστά τρομακτική οπισθοδρόμηση και αισχρή λεηλασία δικαιωμάτων και ελευθεριών, με τη σταθερή και διαρκή υποχώρηση της αρχής της νομιμότητας στον ορισμό του εγκλήματος και την επιβολή της ποινής και την απειλητική προέλαση – σε ολισθηρή μάλιστα επιφάνεια – της αρχής της σκοπιμότητας.

Αυτό εκφράζεται με τη μετάπτωση από το άδικο της πράξης στο άδικο του φρονήματος (ή και του ενδύματος!), στην υποκατάσταση του τεκμηρίου αθωότητας από το τεκμήριο ενοχής, στην αντιστροφή του βάρους απόδειξής της, στην υιοθέτηση πολιτικών εκτιμήσεων της αστυνομίας και στην καθιέρωση γενικευμένων μέτρων καταστολής, συνθέτοντας και ολοκληρώντας την εικόνα μιας αντιδραστικής εξουσίας που αντιμετωπίζει εχθρικά το σύνολο της κοινωνίας, θέτοντάς την σε κατάσταση ομηρίας.

Οι υπερτροφικοί μηχανισμοί ελέγχου και η ένταση της ποινικής, νομοθετικής, δικαστικής και αστυνομικής καταστολής συνδέονται απόλυτα με την ανατροπή λαϊκών κατακτήσεων και εργασιακών δικαιωμάτων, την αντιδραστική αναμόρφωση τους συστήματος ασφάλειας, υγείας και εκπαίδευσης, τη μόνιμη εργοδοτική αυθαιρεσία και αστυνομική τρομοκρατία, τη σταθερή δικαστική καταστολή του απεργιακού δικαιώματος, τη δίωξη και καταδίκη όσων διεκδικούν, αγωνίζονται και αμφισβητούν.

Η εξέγερση του Δεκέμβρη αποδείχθηκε τελικά πολύ οδυνηρό αγκάθι που καρφώθηκε βαθιά στην καρδιά του συστήματος, εκφράζοντας τις ασύμμετρες διαθέσεις της επαναστατημένης ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ήταν η χειραφετημένη απάντηση-κραυγή μιας κοινωνίας, που αρνείται το νέο μοντέλο κοινωνίας και πολίτη, όπως απαιτεί το «εκσυγχρονιστικό όραμα» , που θα προτάσσει ως υπέρτατο αγαθό την «τάξη και ασφάλεια» σε βάρος των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών και θα διαμορφώνει έναν πολίτη, που θα είναι ελεύθερος μόνο να καταναλώνει και να δανείζεται, θα ζει ως αιχμάλωτος του πανοπτικού κράτους, θα εργάζεται ανασφάλιστος ως τα βαθιά γεράματα, θα χαφιεδίζει επ’ αμοιβή και θα αρνείται να διεκδικήσει τα αυτονόητα, προκειμένου να μη συνθλιβεί από την ανώνυμη, απρόσωπη και πανίσχυρη καταστολή του.

Μιας κοινωνίας, που πέρασε στην αντεπίθεση, αρνούμενη τον κοινωνικό και εργασιακό μεσαίωνα που της επιφυλάσσουν: των ιδιωτικοποιήσεων και απολύσεων, της ραγδαίας αύξησης της ανεργίας, των νέων εργασιακών σχέσεων και της ελαστασφάλειας, της καθημερινής εργοδοτικής και κρατικής τρομοκρατίας, της εμπορευματοποίησης κάθε κοινωνικής ανάγκης και ανθρώπινου δικαιώματος, του αποκεφαλισμού κάθε εργατικού και κοινωνικού δικαιώματος και πολιτικής ελευθερίας. Κι όπως όλα δείχνουν, το αγκάθι αυτό είναι πολύ επικίνδυνο για το σύστημα, που σπεύδει υπό καθεστώς πανικού να το αφαιρέσει, φοβούμενο ντόμινο κοινωνικών κατολισθήσεων και μαζικών πολιτικών αγώνων.

*Η Αρετή Σκουνάκη είναι μέλος της Εναλλακτικής Πρωτοβουλίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ στις 29.3.09

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s