ΝΑΡ Θεσσαλονικης

για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση

Για μια αριστερά της αντικαπιταλιστικής πάλης και της επαναστατικής προοπτικής

Χιλιάδες αγωνιστές σε όλη την  Ελλάδα, συμμετέχουν αυτές τις μέρες στις αντικαπιταλιστικές συνελεύσεις σε μια πολιτική διαδικασία πρωτόγνωρη αλλά και δύσκολη, ελπιδοφόρα αλλά και απαιτητική. Δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκονται σε διάλογο οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς από τόσο ευρύ φάσμα. Το καινούργιο και ποιοτικό στοιχείο, είναι ότι- με όλες τις αδυναμίες και τις στρεβλώσεις- συνευρίσκεται και συζητά ένα ευρύτερο αντικαπιταλιστικό δυναμικό, που ως τώρα περιοριζόταν μόνο στις μάχες των επιμέρους χώρων, της ταξικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος ή σε άλλες κοινωνικο-πολιτικές συσπειρώσεις.

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ

Οι αντιφάσεις, οι δυσκολίες, οι κίνδυνοι και τα ερωτήματα είναι πολλά, ωστόσο το παραπάνω δυναμικό στοιχείο είναι το μεγάλο πολιτικό κέρδος και αυτή την κατάχτηση είναι αλήθεια πως δεν την είχαμε ποτέ στο ΜΕΡΑ.

Αν το ερώτημα από όλο αυτό το εγχείρημα ήταν απλά η εκλογική συμπόρευση κάποιων δυνάμεων στις ευρωεκλογές, θα αρκούσε η συνεννόηση των οργανώσεων σε ένα πρακτικό πνεύμα, ‘’αλληλοκατανόησης και ρεαλισμού’’. Η πλειοψηφία του αντικαπιταλιστικού δυναμικού όμως αντιμετωπίζει την υπόθεση πιο σοβαρά, με μεγαλύτερη απαιτητικότητα, με όρους πολιτικής προοπτικής. Αυτό αναδεικνύει τρία σημαντικά ζητήματα, που χρειάζονται μεγαλύτερη διαπραγμάτευση.

Πριν απ’ όλα η πολιτική βάση συγκρότησης του εγχειρήματος, το πολιτικό περιεχόμενο της Πρωτοβουλίας για τον διάλογο και την κοινή δράση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, δεν πρέπει να θεωρούνται ως μια απλή υπέρβαση της κινηματικής δραστηριότητας, ούτε είναι αρκετό να απαντούν στα στοιχεία της συγκυρίας. Είναι αναγκαίο να αναμετρηθούμε με τα καθήκοντα που θέτει μπροστά μας η οικονομική καπιταλιστική κρίση, με ταξικούς καθορισμούς και κοινωνικούς όρους. Με άλλα λόγια με όρους προοπτικής, αντικαπιταλιστικής πάλης και ανατροπής.

Δεύτερον, αντιλαμβανόμενοι την παρέμβαση της επαναστατικής αριστεράς με όρους ταξικής πάλης και όχι πολιτικού μάρκετιγκ, η πολιτική ενοποίηση  του δυναμικού της, μετριέται όχι μόνο και όχι κυρίως με μια κοινή εκλογική παρέμβαση, αλλά με την κατάχτηση όσο γίνεται σταθερών μορφών κοινής δράσης και παρέμβασης στο εργατικό κίνημα και σε όλα τα μέτωπα. Με στήριξη αλλά και ανάπτυξη νέων κοινωνικο-πολιτικών αριστερών αντικαπιταλιστικών μορφωμάτων, που να μας συνδέουν με τον κόσμο.

Τέλος, η Πρωτοβουλία,  πρέπει να εγγράψει στο πολιτικό της DNA το στοιχείο της τοπικής και κλαδικής δημοκρατικής από τα κάτω συγκρότησης της, με αποφασιστικό χαρακτήρα, για να  δοθεί πραγματικά χώρος σε όλο το δυναμικό και ιδιαίτερα το ως τώρα ανένταχτο να καθορίσει τη φυσιογνωμία και την πορεία του εγχειρήματος.

Τα κεντρικά ερωτήματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η αντικαπιταλιστική αριστερά, καθορίζονται και διαμορφώνονται από το φόντο της οξύτατης οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού, με τις δραματικές συνέπειες που αυτή έχει για την δουλειά  και την ζωή των εργαζομένων και της νεολαίας, να είναι το πρώτο στοιχείο που αναδεικνύεται.

Σε μια συνέντευξη της στο ΜΕΓΚΑ η Αλέκα Παπαρήγα, δήλωσε περισπούδαστα πως ‘’αυτή η κρίση δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία για τον καπιταλισμό’’, ενώ δεν παρέλειψε να απορρίψει την άποψη σύγκρισης της με την κρίση του 29-30. Και όλα αυτά λέγονται την στιγμή που έχει ήδη χαθεί το 43% του παγκόσμιου ΑΕΠ  και μόνο για το 2009, θα απολυθούν πάνω από 50 εκατομμύρια εργάτες σε όλο τον κόσμο. Ένα κύμα αντεργατικών μέτρων σαρώνει όλο τον κόσμο, σε μια προσπάθεια να φορτωθούν τα βάρη της κρίσης στους εργαζόμενους.

Η υποτίμηση στα νέα και ποιοτικά στοιχεία αυτής της κρίσης του σύγχρονου καπιταλισμού, που δείχνει το ΚΚΕ,  συμβαδίζει με την ελαφρότητα που επιμένουν να δείχνουν τα ρεύματα της πάλαι ποτέ ευρω-αριστεράς, που αυτό αντιμάχεται. Οι εκπρόσωποι των τελευταίων, αρέσκονται να υπερτονίζουν και να απομονώνουν  το ρόλο του χρηματοπιστωτικού τομέα στην κρίση. Δεν έλειψαν στην αρχή και τοποθετήσεις πως η κρίση αυτή δεν αφορά την πραγματική οικονομία. Πολλοί είναι αυτοί που κρύβουν πως  επενδύθηκε τεράστιος όγκος κεφαλαίων σε αυτόν τον τομέα, ακριβώς επειδή το ποσοστό κέρδους στην παραγωγή ήταν μικρότερο, πράγμα που δείχνει πως το υπόβαθρο της κρίσης βρισκόταν ακριβώς στην υλική παραγωγή. Και σε αυτήν επιστρέφει τις τελευταίες μέρες με τρομερή ορμή. Οι αντιλήψεις αυτές είναι φυσικά απότοκες των ίδιων των αστικών απαντήσεων, που εντοπίζουν την αιτία της κρίσης όχι στα εγγενή χαρακτηριστικά του καπιταλισμού με τα ιδιαίτερα σύγχρονα του στοιχεία, αλλά στις υπερβολές των χρηματιστών, στο κυνήγι του ‘’αλόγιστου κέρδους’’, στις ‘’στρεβλώσεις της οικονομίας της αγοράς’’. Ένοχος έτσι θεωρείται όχι ο καπιταλισμός, αλλά ο ‘’καπιταλισμός του καζίνο’’ ή στην καλύτερη περίπτωση ο νεοφιλελευθερισμός.

Η κρίση όμως αυτή, δεν είναι μια συνηθισμένη κρίση, δεν είναι απλή έκφραση της κυκλικής διακύμανσης, γι’ αυτό και οι συνέπειες της  για την εργατική πλειονότητα, θα είναι κάτι παραπάνω από συγκλονιστικές. Μόνη ‘’διέξοδος’’ για τον καπιταλισμό η συντριβή του κόσμου της εργασίας, κάτω ακόμη και από το όριο αναπαραγωγής του, αλλά και ο εφιαλτικός κίνδυνος προσφυγής σε πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς.

Το δεύτερο στοιχείο που προβάλλει στο φόντο της κρίσης, είναι οι σημαντικές ρωγμές στο σύστημα κυριαρχίας και τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης και νομιμοποίησης του στη συνείδηση του κόσμου. Μιλάμε φυσικά για τον συγκλονιστικό Δεκέμβρη, αλλά και για τους Δεκέμβρηδες της Βαλτικής και  την Μαρτινίκα, όπως και για τον απεργιακό πυρετό στην Γαλλία. Ιδιαίτερο  δυναμικό στοιχείο αυτών των κοινωνικών αναστατώσεων, είναι  η εισβολή στο προσκήνιο της νέας βάρδιας της εργατικής τάξης, η νεολαία της εργασιακής περιπλάνησης, των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, της ανεργίας. Μια νέα γενιά μορφωμένη, συχνά υπερ-εξειδικευμένη, με γνώση και επαφή ή και με χρήση των  απίστευτων δυνατοτήτων των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, που την ίδια στιγμή συνειδητοποιεί πως θα ζήσει δυσκολότερα από τους γονείς της. Η ιδανική συνταγή για μια κοινωνική μολότοφ.

Το τρίτο στοιχείο είναι η πολύπλευρη ανεπάρκεια του εργατικού κινήματος και της αριστεράς, μπροστά στα καθήκοντα που θέτει η νέα κατάσταση. Πριν από όλα είναι ανεπάρκεια θεωρητική και πολιτική. Η αριστερά δεν τολμά να θέσει στο κέντρο της πολιτικής της αναφοράς τον κόσμο της εργασίας, την εργασία, το κοινωνικό ζήτημα. Αδυνατεί και αρνείται να συνδέσει αυτό το ζήτημα, μέσω της διαλεκτικής της ταξικής πάλης, με την ανάγκη υπέρβασης του συστήματος της ατομικής ιδιοκτησίας και της αστικής εξουσίας, με την κομμουνιστική συλλογική αναδιοργάνωση της κοινωνίας και του συνόλου των σχέσεων της, μέσω ενός επαναστατικού προγράμματος και μια πολιτική γραμμή αντικαπιταλιστικής συσπείρωσης και ανατροπής, που να ανοίγει δρόμους και να θέτει το ζήτημα της επαναστατικής τομής. Αντί για αυτό, περιορίζεται σε ‘’μάχες’’ οπισθοφυλακών σε ένα ξέπνοο και συμβολικό μαζικό κίνημα, με μοναδικό ρόλο αυτόν της πολιτικής διαμαρτυρίας. ‘’Μάχες’’, που συμπληρώνονται από αιώνιες ρεαλιστικές ενδιάμεσες πολιτικές προτάσεις εντός συστήματος, χωρίς επανάσταση. Είτε για μια αριστερή εναλλακτική κυβερνητική λύση αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος, όπως έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ καταμεσής του Δεκέμβρη, είτε για την κατάχτηση μιας  θέσης στην άκρα αριστερή πλευρά του όπως ευαγγελίζεται το ΚΚΕ, σε αναμονή μιας λαϊκής εξουσίας χωρίς επανάσταση.

Είναι επίσης  ανεπάρκεια κινηματική.  Στο επίπεδο της πολιτικής τεκμηρίωσης της εργατικής στάσης απέναντι στη κρίση, η αριστερά και το εργατικό κίνημα έχουν ανάγκη μια τοποθέτηση  μια  που θα έλεγε ‘’η κρίση είναι δική σας δεν θα την πληρώσουμε, διεκδικούμε τον πλούτο που έχουμε παράγει και μας έχετε κλέψει, με καταχτήσεις τώρα’’. Αλλά  αυτό ούτε που το ψελλίζει κανείς.
Επίσης, η ανεπάρκεια  στο επίπεδο της αγωνιστικής πρακτικής, είναι κάτι παραπάνω από έκδηλη.
Αυτό είναι το υλικό υπόβαθρο της εχθρικής στην ουσία στάσης απέναντι στην εξέγερση του Δεκέμβρη, που έδειξε η διαχειριστική αριστερά  (με πιο αρνητικό παράδειγμα   την στάση του ΚΚΕ) και ο υποταγμένος συνδικαλισμός.

To τι αριστερά θέλουμε, πρέπει κανείς να το δει στο πλαίσιο αυτής της ιστορικής περιόδου, αν θέλουμε να μιλάμε με όρους προοπτικής και ταξικής πάλης.
Στο φόντο της οικονομικής κρίσης και των ζητημάτων που αυτή αναδεικνύει, το πρώτο πράγμα για το οποίο πρέπει να αναρωτηθούμε, αλλά και να στοχεύσουμε απόλυτα, είναι το κατά πόσο και με ποιο τρόπο, αυτή η αριστερά για την οποία παλεύουμε θα έχει μια ξεκάθαρη κοινωνική και ταξική αναφορά στον κόσμο της εργασίας και τα προβλήματα του, στο κίνημα δράσης και την θεωρητική διαπάλη για την κοινωνική κατεύθυνση λύσης. Μια εργατική ταξική οπτική θέασης, όλων των κοινωνικών προβλημάτων, από την οικολογική κρίση και τους μετανάστες, έως την κλιματική αλλαγή, την αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης και της υγείας και το σύνολο των προβλημάτων μιας πόλης. Τη στιγμή που για άλλη μια φορά οι εργάτες καλούνται να πληρώσουν την κρίση, πριν από όλα με την απόλυση, με την χρήση του ‘’ιερού’’ διευθυντικού δικαιώματος που πηγάζει από το απαραβίαστο δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας, χρειάζεται να ξαναβρεθεί και πάλι στο προσκήνιο η έννοια της τάξης σαν υποκείμενο, με τα συνολικά της συμφέροντα. Εδώ θα κριθεί αν είναι ‘’χρήσιμη’’ η αριστερά και κομμάτι αυτού του ιστορικού ερωτήματος και όχι με το αν θα τσοντάρει στην αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος με οποιοδήποτε τρόπο.

Αυτή η αφετηρία είναι που πρέπει να ορίζει και  τον πολιτικό στόχο της περιόδου για μια αριστερά που κατανοεί  την δράσης της  με κοινωνικούς όρους  και σε συνάρτηση με την ταξική διαπάλη.
Στην περίοδο που βρισκόμαστε, ως  κεντρικός πολιτικός στόχος χρειάζεται να τεθεί η  αντικαπιταλιστική πάλη για την ανατροπή της διαρκούς, προηγούμενης και νέας, επιδρομής του κεφαλαίου, για να πληρώσει το κεφάλαιο την κρίση και όχι οι εργαζόμενοι, για να πάρουμε πίσω τα κέρδη (την κλεμμένη από τους εργάτες υπεραξία), για να μοιράσουμε τον τεράστιο κοινωνικό πλούτο που δημιουργούμε (αλλάζοντας τον κιόλας) και όχι τις ζημιές που δημιουργούν, για κατακτήσεις οικονομικές, κοινωνικές – πολιτικές, που θα κλονίζουν την αστική κυριαρχία και θα θέτουν σε μια πορεία το ζήτημα της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής τομής.

Ο στόχος αυτός,  οριοθετείται με βάση της ανάγκες επιβίωσης και βελτίωσης της ζωής των από κάτω, των εργαζομένων, με βάση το ιστορικό τους δικαίωμα για μια αξιοπρεπή ζωή και ένα καλύτερο κόσμο. Ορίζεται με βάση την ανάγκη μιας σκληρής ταξικής πάλης που θα αναδεικνύει τα δικά της πρωτότυπα   όργανα   και   μορφές   σε   συνθήκες   ολοκληρωτικού   κοινωνικού   πολέμου   και καταστολής.

Ο στόχος αυτός δεν ορίζεται, με κέντρο το σημερινό πολιτικό σύστημα. Είμαστε μακριά και από την φιλοδοξία συμμετοχής σε αυτό στο πλαίσιο υποτιθεμένων αριστερών κυβερνητικών λύσεων που ονειρεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από την διεκδίκηση μιας απλής αντιπολιτευτικής θέσης στο αριστερό του άκρο, που διεκδικεί ‘’μαχητικά’’ το ΚΚΕ.

Με αυτή την έννοια, δεν είμαστε η άκρα αριστερά του πολιτικού συστήματος, είμαστε απέναντι από αυτό, η αριστερά της ανατροπής του, που ορίζεται πρωτίστως κοινωνικά και ταξικά.

Συνεπώς ποια είναι η άμεση πολιτική μας πρόταση; Ή δεν μπορούμε να έχουμε τέτοια διότι είμαστε μικρή δύναμη;
Επιδιώκουμε και προτείνουμε την ανάπτυξη ενός ισχυρού κοινωνικού και πολιτικού κινήματος εργατικής αντικαπιταλιστικής αντίστασης, αντεπίθεσης και ανατροπής, που θα μπορεί, σε μαζικότητα, περιεχόμενο και μορφή, να εκφράσει τα πραγματικά κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα του κόσμου της δουλειάς και της νεολαίας. Να είναι μια μόνιμη και διαρκής απειλή για κάθε κυβέρνηση και για την ίδια την αστική εξουσία. Να είναι σε θέση να επηρεάσει και να επηρεαστεί από τις επερχόμενες συγκρούσεις. Να γεννά νέες συλλογικότητες στις οποίες  να βρίσκουν χώρο και οι νέες τάσεις ριζοσπαστικοποίησης που δημιουργεί η πρωτοφανής καπιταλιστική κρίση. Να ενοποιεί τις ήδη υπάρχουσες σε ανώτερο επίπεδο. Να συνδέεται, όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη, με την ανάγκη συγκρότησης αντικαπιταλιστικού επαναστατικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία.

Καρδιά ενός ισχυρού κοινωνικού και πολιτικού κινήματος εργατικής-αντικαπιταλιστικής αντεπίθεσης και ανατροπής, δεν μπορεί παρά να είναι ένα ταξικά ανασυγκροτημένο και αγωνιστικά αναβαπτισμένο εργατικό κίνημα.

Σήμερα είμαστε πολύ μακριά από ένα εργατικό κίνημα ικανό να υπερασπίσει τα εργατικά συμφέροντα και να απειλήσει την αστική επίθεση. Αυτή η  αδυναμία  δεν είναι μόνο ζήτημα συσχετισμών και ’’γραφειοκρατικής απόσπασης από τη βάση’’, αλλά σχετίζεται με την δομή και το περιεχόμενο συγκρότησης του, την πολιτική κατεύθυνση δράσης.

Μιλάμε για ένα συνδικαλιστικό κίνημα κατά βάση των ΔΕΚΟ και το δημόσιο, με πρωταγωνιστικό το ρόλο των διευθυντικών στελεχών. Κλειστό στην υπεράσπιση των συμφερόντων όλων των εργαζομένων, με τον αποκλεισμό πρακτικά της νέας βάρδιας που πλήττεται από τις αντιδραστικές ελαστικές εργασιακές σχέσεις. Συγκροτημένο σε συντεχνιακή λογική, με βάση με τις ειδικότητες και όχι σε επιχειρησιακή, κλαδική, πανεθνική δράση. Απόλυτα ποδηγετημένο από τους κομματικούς και κρατικούς μηχανισμούς. Εκκολαπτήριο των επόμενων υπουργών εργασίας και άλλων κρατικών και κυβερνητικών στελεχών. Χωρίς διαδικασίες συνελεύσεων, αλλά με ένα φοβερό γραφειοκρατικό μηχανισμό ‘’απαλλαγμένων’’ στελεχών και  άπειρα ‘’γενικά συμβούλια’’. Αγωνιστικά νεκρό, με καθιερωμένες, προβλέψιμες, επετειακές κινητοποιήσεις, με τη μορφή της 24ωρης απεργίας, με χαρακτήρα καθαρά συμβολικό, χωρίς στόχο για μπλοκάρισμα της παραγωγικής και διοικητικής λειτουργίας επιχειρήσεων και κράτους και χωρίς σχέδιο κλιμάκωσης.

Η πολιτική του κατεύθυνση είναι ξεκάθαρα υπερ της ταξικής συνεργασίας και των ιδεολογημάτων του εκσυγχρονισμού, του ανταγωνισμού και της αγοράς. Όλα αυτά βέβαια  ..με ‘’ευαισθησίες’’ και αστερίσκους… Μεσούσης της κρίσης, η ΓΣΕΕ, με κυρίαρχο  εδώ τον ρόλο της ΠΑΣΚΕ, δρομολογεί κοινό μέτωπο με τον ΣΕΒ, ακόμη και μέσω κοινής νομοθετικής πρωτοβουλίας, που ανάμεσα στα άλλα προτείνει το χάρισμα των εργοδοτικών εισφορών για 2-3 χρόνια στις νέες προσλήψεις. Την ίδια στιγμή μέσω της ΟΚΕ, το ΠΑΣΟΚ, δρομολογεί μια ευρύτερη ταξική και πολιτική συναλλαγή με τον ΣΕΒ και την κυβέρνηση της ΝΔ, σε όλα τα μεγάλα ζητήματα που αφορούν την εργατική τάξη. Αν είναι αυτή η στάση της ΓΣΕΕ και του ΠΑΣΟΚ σήμερα, που έχουμε κυβέρνηση της ΝΔ, ας αναλογιστεί κανείς τι ρόλο θα παίξει αύριο στην περίπτωση μιας κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ.

Σε αυτές τις συνθήκες το να περιορίζει κανείς την πολιτική στάση και τα καθήκοντα της αριστεράς, απλά και μόνο στη συμμετοχή σε μια 24ωρη της ΓΣΕΕ ή σε ένα συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ, συσκοτίζει επικίνδυνα την πραγματικότητα. Είναι σα να πηγαίνουμε σε κηδεία και να φωνάζουμε ‘’πέντε-πέντε την ημέρα και εκατό την εβδομάδα’’.

Η  αγωνιστική υπέρβαση αυτής της κατάστασης, δεν καθορίζεται  κυρίως από τις συμβολικές κινήσεις, όπως αυτές των ανεξάρτητων συγκεντρώσεων σε διάφορες παραλλαγές και δεν περιορίζεται σε αυτές. Αυτό είναι το όριο του ΠΑΜΕ, σε μια προσπάθεια κομματικής περιχαράκωσης και κοινοβουλευτικής εξαργύρωσης, που δεν διστάζει ακόμη και να διασπά και να υπονομεύει αγώνες.  Ο φόβος όμως απέναντι σε αυτές και η διαρκής επίκληση του φαντάσματος των …κόκκινων συνδικάτων και της ‘’διάσπασης’’, φανερώνει μια φετιχοποίηση των σημερινών κληρονομημένων δομών του εργατικού κινήματος και μια μη γόνιμη σχηματική λογική που κύρια της στοιχεία είναι η πολιτική ατολμία να συγκρουστεί με την πολιτική γραμμή του υποταγμένου συνδικαλισμού και ο περιορισμός στην (αδιέξοδη) προσπάθεια αλλαγής του συνδικαλιστικού συσχετισμού του συνδικαλισμού των ‘’βροντόσαυρων’’.

Αντίθετα, απαιτείται ένας συνολικός πολιτικός προσανατολισμός, που θα επιχειρεί να θέσει το ζήτημα ενός νέου  ταξικά ανασυγκροτημένου εργατικού κινήματος, με άλλη λογική  και περιεχόμενο δράσης.  Είναι αναγκαίο ένα εργατικό κίνημα, που θα θέλει και θα μπορεί να ξεδιπλώσει παντού μαχητικούς αγώνες ενάντια στην κρίση και τις συνέπειες της.
Πρέπει να  ενισχυθεί μια νέα αγωνιστική ταξική ενότητα των ίδιων των εργαζόμενων για την ανατροπή της πολιτικής του κεφαλαίου και της ΕΕ σε αντιπαράθεση με τον γραφειοκρατικό, αστικοποιημένο και υποταγμένο συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ, που αναπαράγει τις  λογικές συν-διαχείρισης και ενσωμάτωσης αλλά και του ΠΑΜΕ που αρνείται στην ουσία τον πολιτικό αγώνα του εργατικού κινήματος και που με τη λογική του οργανωτικού ελέγχου επιτείνει τον κατακερματισμό των αγωνιζόμενων δυνάμεων. Η εμπειρία από tic πρωτοβουλίες των 90 σωματείων για την Κ. Κούνεβα δείχνει ότι σήμερα υπάρχει μια νέα δυνατότητα ανάπτυξης της εργατικής πάλης και πέρα από το ημερολόγιο εκτονώσεων της ΓΣΕΕ. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται συνδικάτα που να καλύπτουν και την ελαστική απασχόληση, έξω από τους μηχανισμούς ελέγχου του κράτους και της ΕΕ. Να είναι στα χέρια τους μέσα από τις γενικές συνελεύσεις και άλλες διαδικασίες βάσης, να προσχωρούν σε γνήσιο αγωνιστικό ταξικό συντονισμό.

Αυτή η πολιτική  πρόταση, είναι απείρως χρησιμότερη από τις αιωνίως ρεαλιστικές και πάντοτε αδιέξοδες ενδιάμεσες προτάσεις της διαχειριστικής αριστεράς, που έχουν στο κέντρο τους την κοινοβουλευτική διαπάλη. Η  πολιτική των φορέων της, αδυνατεί να συμβάλει στην συγκρότηση ενός μαχητικού κινήματος κοινωνικών αναγκών και στην επανασύνδεση αυτής της δράσης με την ανάγκη της επαναστατικής τομής στην κοινωνία.

Τι μας λέει το ΚΚΕ σήμερα: Μην έχετε αυταπάτες, δεν βγαίνει τίποτα με τους αγώνες, η λύση είναι στη συνολική πρόταση του ΚΚΕ για λαϊκή εξουσία.
Σε ένα πρώτο επίπεδο η πρόταση αυτή είναι αριστερό -δεξιά. Αριστερή γιατί επικοινωνεί με την εμπειρία ενός κόσμου ότι είναι δύσκολο να έχεις καταχτήσεις σήμερα και φαντάζει πράγματι αριστερή, όταν μιλάει για το ζήτημα της εξουσίας. Πρέπει να ερμηνεύσουμε την συσπείρωση ενός κόσμου σε αυτό το χώρο, που δεν είναι ‘’συντηρητικοί νοικοκυραίοι’’, ούτε δισέγγονα του Στάλιν. Είναι δεξιά, πρόταση, διότι καθηλώνει, δεν υποστηρίζει ένα πολιτικό ρόλο στο κίνημα, ένα κίνημα ρήξης και ανατροπής, επιζητά απλά την εκπροσώπηση σε πολιτικό και εν τέλει σε εκλογικό κοινοβουλευτικό επίπεδο. Αντίθετα στέκεται απέναντι σε  ρηξιακές πλευρές του κινήματος, όπου και όταν εμφανίζονται αυθόρμητα ή/και με παρέμβαση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, όπως έγινε στην απεργία των δασκάλων, στη φοιτητική έκρηξη, στην εξέγερση του Δεκέμβρη.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο είναι απλά μια δεξιά πρόταση, διότι και αυτή η λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία για την οποία μιλούν, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αντικαπιταλιστική επανάσταση, ζήτημα το οποίο δεν θέτουν.

Αλλά υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα με το ΚΚΕ: Στο ερώτημα «και μετά τον καπιταλισμό τι?», που ρωτάει υποψιασμένος και καχύποπτος ο κόσμος, ηθελημένα ή αθέλητα κάνει τον πιο ηχηρό αντι-κομμουνισμό, όταν ισχυρίζεται ότι αυτό που οικοδομήθηκε στις ανατολικές χώρες και οικοδομείται και τώρα στην Κίνα ήταν και είναι ο κομμουνισμός, έστω με κάποια προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι εκτός από το ΚΚΕ, έρχονται σοφά να συμφωνήσουν μαζί του, οι αντικομουνιστές θεωρητικοί, πολιτικοί και δημοσιολόγοι. Γιατί αν είναι έτσι, ο κομμουνισμός δοκιμάστηκε, απέτυχε και κατέρρευσε. Αυτή τους η προσέγγιση τους οδηγεί και στην φοβερή παραδοξολογία, ζωντανή δυσφήμηση κάθε διαλεκτικής προσέγγισης αλλά και κοινής λογικής, να λένε όπου βρεθούν και σταθούν ότι «οι κρίσεις χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό, οι σοσιαλιστικές χώρες που γνωρίσαμε δεν είχαν ποτέ κρίση». Χωρίς να αναρωτιούνται πως μπορεί να καταρρεύσει ή έστω να ανατραπεί ένα σύστημα χωρίς να έχει κρίση!

Με τα ίδια κριτήρια πρέπει να αξιολογήσουμε την ουσία της πολιτικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ. Η άμεση πολιτική του πρόταση είναι η ανεδαφική και αποπροσανατολιστική διεκδίκηση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, που θα ορίζει μια νέα ισορροπία ανάμεσα στις κοινωνικές ανάγκες και το κέρδος, την αγορά και το δημόσιο συμφέρον. Αυτό είναι το πρόγραμμα του συν, αυτό είναι το κέντρο των πρόσφατων προτάσεων του για την κρίση. Ο ΣΥΝ ονειρεύεται ένα καπιταλισμό με ‘’λογικά’’ κέρδη, αλλά χωρίς υπερκέρδη, μια ΕΕ των καπιταλιστών χωρίς καπιταλιστικές πολιτικές, μια αγορά που θα μπορεί να έχει κοινωνικές και περιβαλλοντικές ευαισθησίες. Είναι αλήθεια  ότι πολλοί άνθρωποι έχουν στο μυαλό τους αυτές τις αυταπάτες, ενσωματώνοντας τον ιδεολογικό συσχετισμό που δημιουργεί η αστική κυριαρχία, που εμποδίζει την εργατική πλειονότητα να δει πέρα από το όριο της ατομικής ιδιοκτησίας και των υποτίθεται γενικής ισχύος νόμων συγκρότησης αυτής της κοινωνίας στη βάση του κέρδους, της αγοράς, του ανταγωνισμού, της παγκοσμιοποίησης.

Εμείς όμως δεν θέλουμε μια αριστερά, που θα είναι συνήγορος της κυρίαρχης αντίληψης, αλλά μια αριστερά, που συνειδητά θα επιδιώκει την αναίρεση της, τόσο μέσω του προγραμματικού θεωρητικού λόγου ενός σύγχρονου προτάγματος της κοινωνικής κομμουνιστικής απελευθέρωσης θεμελιωμένου με ιστορικούς και υλικούς όρους, όσο και μέσα από την συγκρότηση ενός κοινωνικού κινήματος διεκδικήσεων με βαθύτερα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά.

Ο πολιτικός στόχος για ανατροπή της επίθεσης και η άμεση πολιτική πρόταση για ένα εργατικό και ευρύτερο αντικαπιταλιστικό κίνημα μόνιμη πολιτική απειλή ανατροπής στη βάση των θεμελιακών αναγκών των εργαζομένων, ορίζουν κατά τη γνώμη μας θετικά το εγχείρημα της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Ταυτόχρονα απαντούν με θετικό τρόπο σε μια κατεύθυνση ενωτικής προωθητικής υπέρβασης στο αίτημα του κόσμου για μια ενιαία δράση συνολικά της αριστεράς απέναντι στην κρίση και την καπιταλιστική επίθεση. Ιδού ή Ρόδος, ιδού και το πήδημα, για όλους. Μόνο αυτή η πρόταση μπορεί να αποσπάσει κινηματικά και πολιτικά εργαζόμενο κόσμο από την αστική επιρροή και ιδιαίτερα από τον αστικό πυλώνα του συστήματος που λέγεται ΠΑΣΟΚ. Ακριβώς γιατί είναι μια πρόταση που βάζει στο κέντρο της τις ανάγκες των εργαζομένων, την πάλη των ίδιων με μια κατεύθυνση και στόχευση νίκης και καταχτήσεων σήμερα,  σε μια επαναστατική και καινοτόμα προοπτική,  έξω από τα όρια του καπιταλισμού και του ‘’σοσιαλισμού που γνωρίσαμε’’, στα οποία κλωθο-γυρνάνε οι επίσημες πολιτικές δυνάμεις.

Το αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο στη δράση μας, μέσω και αντίστοιχων πολιτικών οικονομικών αιτημάτων-κρίκων, είναι αυτά που μας δένουν υλικά με τις ανάγκες και τα συλλογικά συμφέροντα των εργαζομένων. Ο επαναστατικός αγώνας και η ίδια η επαναστατική προοπτική, που πρέπει να είναι βασικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του εγχειρήματος του τρίτου πόλου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, μας συνδέουν με τις πιο πρωτοπόρες τάσεις και ιδιαίτερα με το εξεγερτικό δυναμικό της νεολαίας. Μας οριοθετούν από την ρεφορμιστική μη-επαναστατική τακτική και στρατηγική των δυνάμεων της διαχειριστικής αριστεράς.

Παράλληλα, δεν πρέπει να αποφύγουμε ή να φοβηθούμε τα ερωτήματα των εργαζομένων ‘’και μετά τον καπιταλισμό τι;’’. Θα είναι δύναμη για την πρωτοβουλία της αντικαπιταλιστικής αριστεράς αν αυτή ανοίξει το ζήτημα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού του 21ου αιώνα. Η κατεύθυνση αυτή δεν παραπέμπει σε μια προσπάθεια εξαντλητικής συμφωνίας γύρω από τα πάντα, ούτε φιλοδοξεί να κλείσει μια σειρά ερωτήματα για τον παρελθόν και το μέλλον του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Φιλοδοξεί όμως να τονίσει τις κοινές προσεγγίσεις, όπως για παράδειγμα ότι αυτό που κατάρρευσε δεν ήταν ο κομμουνισμός, αλλά η απομάκρυνση από αυτόν, όπως και να ψηλαφίσει βασικές πλευρές μιας σύγχρονα θεμελιωμένης κομμουνιστικής προοπτικής στην εποχή μας.

δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ, 22.03.2009

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: