ΝΑΡ Θεσσαλονικης

για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση

Απόφαση της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΙΣ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΕ

 

Α. ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

 

Α.1. Η πάλη του εργατικού, λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκτά ακόμη πιο αναβαθμισμένο χαρακτήρα, στα πλαίσια των γενικότερων εξελίξεων εντός του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και διεθνώς, του νέου γύρου της τρομοκρατικής επίθεσης του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού, των αλλαγών στο περιεχόμενο και τις διαδικασίες της καπιταλιστικής διεθνοποίησης («παγκοσμιοποίησης»), στην ειδική έκφρασή της που είναι η περιφερειακές ολοκληρώσεις, καθώς και στα άλματα συμμετοχής της Ελλάδας σε αυτές. Στην κυριολεξία, σήμερα, «όποια πέτρα κι αν σηκώσει» το λαϊκό κίνημα, θα βρεθεί αντιμέτωπο με τις ρυθμίσεις, τις οδηγίες, την πολιτική και τη δομή της ΕΕ, με το κατά πολύ ευρύτερο και βαθύτερο πλέγμα των οργανισμών και των συμφωνιών της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.

Έχουμε εισέλθει ήδη «σε μια νέα κρίσιμη κατάσταση», όπως διαπιστώσαμε στην απόφαση της Συνδιάσκεψης για το Εργατικό Κίνημα, όπου «στη χώρα μας και διεθνώς συσσωρεύονται αλλαγές και διαμορφώνονται τάσεις, τόσο σε κοινωνικό – οικονομικό όσο και στο επίπεδο της ταξικής πάλης, που προδιαγράφουν και προετοιμάζουν μια στρατηγική καμπή των εξελίξεων». Η αντικαπιταλιστική Aριστερά και το ΝΑΡ θα δοκιμαστούν σε μια πορεία κρίσιμων πολιτικών και κοινωνικών αγώνων. Στο πλαίσιο αυτό, οι επερχόμενες ευρωεκλογές, που θα διεξαχθούν το Μάη ή Ιούνη του 2009, ως ιδιαίτερη πλευρά της συνολικής πάλης κατά της ΕΕ, αλλά και της προσπάθειάς μας για τον πόλο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς, αποτελούν, για το ΝΑΡ και τις δυνάμεις της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, γενικότερα για το εργατικό κίνημα, μια «μη συνηθισμένη», κρίσιμη πολιτική και εκλογική μάχη, που αποκτά συνολικά για το εργατικό κίνημα αναβαθμισμένο πολιτικό χαρακτήρα.

Α.2. Ο  χαρακτήρας της πάλης κατά της αντεργατικής επίθεσης, συνολικά κατά της αστικής πολιτικής, κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και της μάχης των ευρωεκλογών προσδιορίζεται, από πέντε σοβαρούς, αναπτυσσόμενους και αλληλοδιαπλεκόμενους παράγοντες, οι οποίοι καθορίζουν και το γενικότερο πλαίσιο της πάλης του εργατικού και λαϊκού κινήματος στην τωρινή φάση: Ο πρώτος είναι η εμφάνιση της οικονομικής κρίσης και ύφεσης των παγκόσμιων ρυθμών ανάπτυξης που αποκτά δομικό χαρακτήρα, στη βάση των μετασχηματισμών του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Στη διάρκεια των ταξικών συγκρούσεων της χρονιάς που έρχεται και στην πορεία προς τις επερχόμενες ευρωεκλογές, πρέπει να αναμένεται ότι η κρίση θα έχει εκδηλώσει τουλάχιστον ένα μέρος από το φοβερό μέγεθος των βαθύτατα αντιδραστικών της αποτελεσμάτων, αλλά και των μεγάλων εξεγερτικών δυνατοτήτων. Η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και των βασικών προϊόντων διατροφής, η συρρίκνωση και το κλείσιμο επιχειρήσεων, οι μαζικές απολύσεις βρίσκονται ήδη στην ημερήσια διάταξη. Αυτό σημαίνει ότι η εργατική τάξη και τα καταπιεζόμενα στρώματα θα βρεθούν σε συνθήκες απότομης όξυνσης του προβλήματος επιβίωσης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, το οποίο ήδη αξιοποιείται από το κεφάλαιο. Την ίδια στιγμή, πρέπει να αναμένονται και ενδεχόμενα αυθόρμητων αντιδράσεων έως και εξεγέρσεων. Κάτι που δεν αφορά μόνο φτωχές χώρες, αλλά και ανεπτυγμένες, όπως προειδοποιεί η εμπειρία της Αργεντινής. Ταυτόχρονα, η οικονομική κρίση θα οξύνει απότομα όλο το εύρος των ενδοκαπιταλιστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, θα φέρει πιο κοντά το ενδεχόμενο πολύ πιο καταστροφικών περιφερειακών πολέμων. Τα Βαλκάνια είναι το «υπ’ αριθμόν δυο» υποψήφιο θύμα, μετά τη ζώνη των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής, ενώ, πέρα από το μέτωπο της Άπω Ανατολής, ανοίγει και αυτό της Λατινικής Αμερικής (βλ. προσπάθεια στησίματος προτεκτοράτου στη Βολιβία του Μοράλες).

Α.3. Ο δεύτερος παράγοντας είναι ότι θα πραγματοποιηθούν στην πορεία της γενικότερης κρίσιμης πολιτικής καμπής στην οποία βρίσκεται η ταξική πάλη και η οποία κινείται με τάσεις όξυνσης, ειδικά μετά τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτέμβρη 2007 και το ασταθές αποτέλεσμά τους. Βασικό στοιχείο αυτής της καμπής είναι η ανοδική, πολύμορφη, αντιφατική και ανολοκλήρωτη πολιτική παρέμβαση του εργατικού, λαϊκού και νεολαιίστικου μαζικού κινήματος στις εξελίξεις, καθώς και η γενικότερη, βαθύτερη αμφισβήτηση των κυρίαρχων, εδώ και σχεδόν 20 χρόνια, αστικών δογμάτων. Η τάση αυτή έχει διεθνή διάσταση, όπως δείχνουν οι αγώνες στη Γαλλία, η ριζοσπαστική στροφή στη Λατινική Αμερική, η αντίσταση στο Ιράκ και την Παλαιστίνη, κ.α. Το «ιρλανδικό όχι», μετά τα δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία, είναι μια ακόμη, χαρακτηριστική αντανάκλαση των παραπάνω και έχει, από ορισμένες πλευρές, πιο βαθύ χαρακτήρα, σε σχέση με τα άλλα δυο: ήταν το μοναδικό που έγινε για την Ευρωσυνθήκη μετά το «φίμωτρο» που επιβλήθηκε στους λαούς, συνδέεται πιο άμεσα με την ανάπτυξη της νέας οικονομικής κρίσης και πραγματοποιήθηκε σε μια χώρα, το λεγόμενο «Κελτικό Τίγρη», η οποία αποτέλεσε ένα από τα «θαύματα» του νεοφιλελευθερισμού που χρεοκοπεί.

Στη χώρα μας, η ρωγμή προς τα αριστερά, που εκφράστηκε στρεβλά (όπως κάθε συσχετισμός) στις εκλογές, αν και δεν έχει σταθεροποιηθεί, δεν έχει κλείσει, ενώ υπάρχουν ακόμη σημάδια για διεύρυνσή της. Μέσα στη γενικότερη αμφισβήτηση και την πλατιά αγωνιστική διαμαρτυρία, διαμορφώνεται ένα μικρό αλλά ορατό, ασταθές αλλά και δυναμικό ρεύμα αντικαπιταλιστικής κριτικής και προοπτικής. Φυσικά, η γενικότερη αμφισβήτηση, βασικά παραμένει ακόμη στα κοινοβουλευτικά αστικά πλαίσια. Η μη νικηφόρα έκβαση των αγώνων οπωσδήποτε ενισχύει τις αναζητήσεις για μια ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Αλλά ενισχύει και τις τάσεις απογοήτευσης, αγωνιστικής απραξίας, υποταγής στο πολιτικό σύστημα ή και εγκλωβισμού στο «χώρο». Ωστόσο, μέσα από αυτό το «πολύχρωμο κοκτέιλ», οι τωρινοί αγώνες, όπως η μάχη κατά του αντιασφαλιστικού νόμου Πετραλιά, οι συγκρούσεις στα πανεπιστήμια, στη Λευκίμμη Κέρκυρας και στην Κοζάνη, παρά την όποια έκβασή τους, αποτελούν περισσότερο ένα προανάκρουσμα των συγκρούσεων του κοντινού μέλλοντος, παρά κάποια ληγμένα περιστατικά.

Α.4. Ο τρίτος παράγοντας  είναι η ακραία επιθετική πολιτική που υιοθετεί το κεφάλαιο, η ΕΕ και οι κυβερνήσεις για την πολιτική συντριβή του σημερινού ανοδικού εργατικού και λαϊκού κινήματος, καθώς και για την υπέρβαση της κρίσης με μια νέα, βαθύτατη, αντιδραστική κοινωνική και πολιτική αναδιάρθρωση. Ο «δικτατορικός» τρόπος αντιμετώπισης των λαϊκών «όχι» στο Ευρωσύνταγμα και την Ευρωσυνθήκη με διαρκή πραξικοπήματα, η πολιτική Σαρκοζί και Μπερλουσκόνι, είναι χαρακτηριστικές. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η στάση της κυβέρνησης Καραμανλή και, ευρύτερα, της ελληνικής αστικής τάξης, που αναδεικνύονται, αυτή τη στιγμή, σε «αντιδραστική πρωτοπορία» εντός της ΕΕ και ξεδιπλώνουν μια άνευ προηγουμένου επίθεση με ένταση της «αντίδρασης σε όλη της γραμμή», με την πραξικοπηματική κατάργηση των άρθρων 16, 24 και 103 του Συντάγματος, την εξαιρετικά βίαιη αντιμετώπιση των αγώνων, τους εκβιασμούς στην Αριστερά που αντιστέκεται, τις αντιδραστικές τομές στο κράτος, όπως με το νέο νόμο για την ΕΥΠ και τον «Καποδίστρια 2», το νέο κύμα ιδιωτικοποιήσεων, το χτύπημα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας κ.α. Η επίθεση αυτή έχει ποιοτικά χαρακτηριστικά. Αποτελεί στοιχείο πολιτικής κρίσης και, ταυτόχρονα, μέσο για την αντιδραστική υπέρβασή της.

Α.5. Ο τέταρτος παράγοντας σχετίζεται με την αποσταθεροποίηση του αστικού δικομματισμού, με την πολιτική μορφή που αυτός αποκρυσταλλώθηκε μετά τους σεισμούς του 1989 – ‘92. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αξιοποιείται –και θα αξιοποιηθεί πολύ περισσότερο- για τη σταθεροποίηση και την αντεργατική – αντιδημοκρατική αναμόρφωση και θωράκιση του αστικού πολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με τις τάσεις όξυνσης των ανταγωνισμών. Γενικά, η αναβαθμισμένη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ και, ειδικά οι ευρωεκλογές, συνδέονται αντικειμενικά και θα συνδεθούν πρακτικά με την προσπάθεια των αστικών πολιτικών δυνάμεων να απαντήσουν στα κρισιακά φαινόμενα ομαλής διακυβέρνησης «των πάνω» και, κυρίως, για να χτυπήσουν καίρια το ανερχόμενο εργατικό και λαϊκό κίνημα «των κάτω» που τους αμφισβητεί. Θα συνδεθούν με τους ισχυρούς κραδασμούς της «εθνικής στρατηγικής» και των συμμαχιών της ελληνικής αστικής τάξης (π.χ., «στροφή» Καραμανλή προς τη Ρωσία – Γαλλία – Γερμανία, τοποθέτηση Σημίτη κατά της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ). Θα συνδεθούν, τέλος, με την προετοιμασία και συμμετοχή του ελληνικού κεφαλαίου στους ανταγωνισμούς και πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς κάτω από τη σημαία της «διεθνούς συμμαχίας κατά της τρομοκρατίας» (όπως μαρτυρά η αποδοχή του ιμπεριαλιστικού και επιθετικού «αμυντικού» δόγματος των «προληπτικών πολέμων», η νέα «αγορά της χιλιετίας» και η προετοιμασία για στράτευση της νεολαίας στα 18 ή στα 19).

Α.6. Ο πέμπτος παράγοντας συνδέεται με τις νέες τάσεις στο συσχετισμό εντός της Αριστεράς, ο οποίος διέπεται από βαθιές διεργασίες και μεταβολές. Ο συσχετισμός αυτός χαρακτηρίζεται από τη δραματική καθυστέρηση εμφάνισης ενός προγράμματος επαναστατικής τακτικής – στρατηγικής με σχετικά μαζικούς όρους κόμματος –μετώπου – κινήματος, από τη σχετική υποχώρηση των επαναστατικών κομμουνιστικών εγχειρημάτων και, παράλληλα, από την ενδυνάμωση της ρεφορμιστικής ηγεμονίας, η οποία, όμως, δεν έχει σταθεροποιηθεί. Πρόκειται, με ιδιαιτερότητες, για διεθνή τάση (π.χ., Ιταλία). Στη χώρα μας, η τάση αυτή εκδηλώνεται με την παραπέρα δορυφοροποίηση ή και ένταξη δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, την τάση «διάχυσης» στο μαζικό κίνημα και τα επιμέρους μέτωπα, κυρίως γύρω από το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από την ενδυνάμωση της πίεσης από το ΚΚΕ, στοιχεία που αποτυπώθηκαν και στις τελευταίες εκλογές. Ταυτόχρονα, ο συσχετισμός κινείται προς μια αλλαγή της πρωτοκαθεδρίας σε βάρος του ΚΚΕ και υπέρ του Συνασπισμού. Γενικά, πέρα από την προσπάθεια αντιδραστικού πλήγματος κατά του εργατικού και λαϊκού κινήματος και μαζί με αυτό, εκδηλώνονται και νέες προσπάθειες ενσωμάτωσης των καινούριων αγώνων, μέσα από τα διάφορα νεοσοσιαλδημοκρατικά σχέδια, ειδικά στο χώρο μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ. Παρότι διαφοροποιούνται από την αντιδραστική επίθεση, αντικειμενικά δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν και θα αποτελέσουν ένα πολύ σημαντικό ανάχωμα στην πολιτική, αντικαπιταλιστική «ολοκλήρωση» του εργατικού και μαζικού κινήματος.

Α.7. Με βάση τους παραπάνω παράγοντες, αναβαθμίζεται ποιοτικά η σημασία ενός μεσοπρόθεσμου σχεδίου για το μέτωπο κατά της ΕΕ και για την προώθηση της πολιτικής μας γραμμής στις νέες συνθήκες, στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής και τακτικής του ΝΑΡ. Όλα αυτά μετατρέπουν τη μάχη των ευρωεκλογών και την πορεία προς αυτές, σε μια ταξική – πολιτική μάχη εφ΄ όλης της ύλης, με αιχμή το ζήτημα της στάσης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν αποκλείεται να αποτελέσουν και πεδίο δοκιμής νέων πολιτικών λύσεων, εάν δεν προηγηθούν πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Παράλληλα, κάνουν πιο πιθανό το ενδεχόμενο «διπλής κάλπης» (για την ευρωβουλή και την ελληνική βουλή), ώστε το ευρωψηφοδέλτιο να μετατραπεί σε βαλβίδα εκτόνωσης της μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής δυσαρέσκειας για να συγκρατηθεί η πτώση των δυο μεγάλων κομμάτων, κάτι που θα βόλευε και το ΠΑΣΟΚ. Σε κάθε περίπτωση, οι ευρωεκλογές, εάν δεν ακολουθήσουν, σίγουρα θα ανοίξουν μια πορεία πολλαπλών εκλογικών μαχών (πιθανές αλλεπάλληλες βουλευτικές, δημοτικές – νομαρχιακές, προεδρική εκλογή το 2010). Από αυτή τη σκοπιά, το ΝΑΡ επιβάλλεται να προετοιμαστεί και να αντιμετωπίσει τις ευρωεκλογές, όχι κυρίως με βάση την αναγκαία σχετική αυτοτέλεια του μετώπου κατά της ΕΕ, αλλά με βάση την «κεντρική» πολιτική αντιπαράθεση. Περισσότερο με το σύνολο της πολιτικής του, παρά με το «υποσύνολο» της πάλης κατά της ΕΕ και της καπιταλιστικής διεθνοποίησης που αποτελεί, ωστόσο, τη βασική αιχμή.

 

Β. Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΗ ΝΕΑ ΚΑΜΠΗ

 

Τα αστικά πολιτικά κόμματα και η Αριστερά, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, προσεγγίζουν τη νέα πολύπλοκη κατάσταση και προετοιμάζονται για να επηρεάσουν τη φορά των εξελίξεων και να πάρουν θέση στο «αλλαγμένο τοπίο» που θα προκύψει μετά από την έκβαση της τωρινής πολιτικής καμπής. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν ξεκινήσει ή επιχειρούν μεγαλύτερες ή μικρότερες αναπροσαρμογές ή τομές στην πολιτική τους.

 

Β.1. Η κυβέρνηση και τα αστικά κόμματα

 

Β.1.1. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αναβαθμίζει το ρόλο της ως στον κύριο εκφραστή των επιθετικών νεοαντιδραστικών αστικών τάσεων. Απαντά στην αμφισβήτησή της, τόσο από αστικούς και ιμπεριαλιστικούς κύκλους, όσο και από τις αναπτυσσόμενες αγωνιστικές αντιστάσεις, με μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση της επίθεσης. Με στόχο να περάσει βασικές και κρίσιμες αντιδραστικές «μεταρρυθμίσεις», από τη μια για να τσακίσει τις αντιστάσεις και από την άλλη, για να πείσει την αστική τάξη για τη «χρησιμότητά» της. Η προσπάθεια «επιβραβεύεται» από τους αστικούς κύκλους και δίνει στη ΝΔ και στον Καραμανλή ένα ασταθές, αλλά σαφές προβάδισμα ηγεμονίας απέναντι στον άμεσο πολιτικό του αντίπαλο, το ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, η φθορά της κυβέρνησης δεν θα σταματήσει εύκολα και θα κριθεί, κυρίως, στις μεγάλες ταξικές συγκρούσεις που έρχονται. Στις ευρωεκλογές θα προσπαθήσει να εμφανιστεί ως η κύρια «ευρωπαϊκή δύναμη» που προασπίζεται, όμως, με επιτυχία τα «εθνικά συμφέροντα» (ακόμη περισσότερο εάν μπλοκάρει την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της ΠΓΔΜ). Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση θα αξιοποιήσει τις δυνατότητες κοινωνικών συμμαχιών και ιδεολογικής ενσωμάτωσης που της δίνει το πακέτο του ΕΣΠΑ (Δ΄ ΚΠΣ), αλλά και η ιδεολογία του «ευρωμονόδρομου». Θα αξιοποιήσει την οικονομική κρίση για να εμπεδώσει την ΟΝΕ ως «ομπρέλα» για τις συνέπειες της κρίσης, ενώ θα επιχειρηθεί η απόκρυψη του γεγονότος ότι η συμμετοχή στον οικονομικό «ζουρλομανδύα» της αποτελεί επιπρόσθετο επιβαρυντικό παράγοντα.

Β.1.2. Ο ΛΑΟΣ λειτουργεί όλο και πιο επιθετικά ως μπαλαντέρ των προωθούμενων αντιδραστικών αστικών λύσεων. Παρόλο που δεν μπορεί να επωφεληθεί άμεσα από την πολιτική κρίση, σταθεροποιείται στην πολιτική σκηνή. Είναι ένα επικίνδυνο, εν δυνάμει δεξί δεκανίκι σε ενδεχόμενο αδυναμίας κυβερνητικής λύσης. Στο ζήτημα της ΕΕ επιχειρεί να εκφράσει την εθνικιστική αντίδραση στην «παγκοσμιοποίηση» μεσαίων στρωμάτων, αλλά και τμημάτων της αστικής τάξης που θίγονται, να επηρεάσει εργατικά και λαϊκά τμήματα, ενώ την ίδια στιγμή υπερασπίζεται την ΕΕ και τα πιο αντιδραστικά χαρακτηριστικά της καθώς και τις κρίσιμες αντιλαϊκές οδηγίες της. Το τελευταίο διάστημα συμπεριφέρεται ως «πολιτικός μπράβος» της κυβέρνησης, ενισχύοντας τα ακροδεξιά και αντικομμουνιστικά χαρακτηριστικά του. Ωστόσο, δεν καταφέρνει να αποσπάσει σημαντικά κομμάτια της δυσαρέσκειας, η οποία στρέφεται, για την ώρα, κυρίως προς τα αριστερά, αλλά και γιατί πιέζεται από την «εθνική» πολιτική του Καραμανλή.

Β.1.3. Το ΠΑΣΟΚ, προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κλονιζόμενη ηγεμονία του πάνω στα εργαζόμενα στρώματα και στη βάση της Αριστεράς, αρχικά με ένα «αριστερό μπότοξ» της σοσιαλφιλελεύθερης πολιτικής του και με μια αντιπολίτευση «υψηλών κραυγών» κατά του Καραμανλή, για να κρύψει τη στρατηγική συμφωνία του με την ουσία της πολιτικής του. Όμως, ακόμη και αυτή η προσπάθεια αντιμετωπίζεται με αμφισβήτηση έως και εχθρότητα από τους ιθύνοντες αστικούς κύκλους, ενώ δεν πείθει τις εργαζόμενες και λαϊκές μάζες. Κάτω από τις πολυποίκιλες πιέσεις, το τελευταίο διάστημα κάνει μια «δεξιά στροφή» προς το «μεσαίο χώρο», ώστε να κερδίσει τμήματά του από την ηγεμονία της ΝΔ. Επιδιώκει να εμφανίσει μια διπλή φυσιογνωμία ταυτόχρονα «Ανδρέα» και «Σημίτη», για να προσελκύει τμήματα και από τα αριστερά αλλά και από το χώρο της «κεντροδεξιάς». Και οι δυο πλευρές λειτουργούν ως κακέκτυπο, ενώ εμφανίζεται στην πράξη ως διχασμός, λόγω των νέων συνθηκών. Γεγονός που ενισχύει τη δομική του κρίση και εντείνει τις διασπαστικές τάσεις. Η πρόσφατη αντίδραση Σημίτη εντάσσεται στα παραπάνω και δίνει ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στο ενδεχόμενο διάσπασης. Η κρίση του ΠΑΣΟΚ αποτελεί το βασικό στοιχείο της κρίσης του αστικού δικομματικού πολιτικού συστήματος. Η σύμπραξή του στο προδοτικό πραξικόπημα της ΓΣΕΕ που συνυπόγραψε η ΠΑΣΚΕ, μαζί με τη ΔΑΚΕ και το ΣΕΒ και η στάση του στην παιδεία (μη κρατικά ΑΕΙ, θέσεις Διαμαντοπούλου), αποτέλεσαν διδακτικές πράξεις για τους εργαζόμενους όσον αφορά το βάθος της «αριστερής στροφής» του ΠΑΣΟΚ. Αποκαλύπτεται ξανά η οργανική ένταξη αυτού του κόμματος στο αστικό σύστημα και στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Παράλληλα, αναπτύσσεται μια ποικιλόμορφη εσωτερική αντιπολίτευση από νεο–σοσιαλδημοκρατικές έως «σοσιαλιστικές αντιφιλελεύθερες» θέσεις, πλευρές της οποίας είναι ανεκτές εάν όχι αρεστές από την ηγετική ομάδα, με σκοπό να κρατούν εξαρτημένα ή να μαζεύουν «στο μαντρί» τμήματα της δυσαρέσκειας και των τάσεων απαγκίστρωσης, οι οποίες αναπτύσσονται. Το ΠΑΣΟΚ (και οι διάφορες ομάδες του), όχι μόνο δεν αμφισβητεί την ΕΕ, αλλά επιχειρεί να εμφανίσει την πολιτική της ΝΔ ως αναντίστοιχη ή και αντίθετη με τις «σύγχρονες» ευρωπαϊκές τάσεις του «ανεστραμμένου κεϊνσιανισμού» ενίσχυσης του κεφαλαίου. Έχει αποδεχτεί με τις κυβερνήσεις του και αποδέχεται ως αντιπολίτευση όλο το σύγχρονο αντιδραστικό πλαίσιο και τις οδηγίες της ΕΕ. Ο μηχανισμός του και σημαντικό τμήμα της κοινωνικής του βάσης συμμετέχει και είναι ενσωματωμένο στη διαχείριση των πολιτικών και των προγραμμάτων της ΕΕ.

 

Β.2. Η κοινοβουλευτική και ρεφορμιστική Αριστερά

 

Β.2.1. Το ΚΚΕ επιχειρεί να αναπροσαρμόσει την τακτική του και ενώ αμφισβητείται το προβάδισμά του στην Αριστερά από το Συνασπισμό. Στη «νέα πορεία προς το λαό» που κήρυξε η Κεντρική Επιτροπή του, δοκιμάζει τελευταία, διάφορες δόσεις «ρήξης και ανατροπής», «άμεσων λύσεων», καθώς και «ταξικής ανασύνταξης του εργατικού και λαϊκού κινήματος» (την οποία υποτίθεται ότι έπρεπε να έχει κάνει το ΠΑΜΕ από το 1999), προσπαθώντας να κρύψει τις αντιφάσεις της θολής και μικροαστικής «λαϊκής εξουσίας – οικονομίας» στην «προοπτική» του «σοσιαλισμού που γνωρίσαμε». Αντί για μια ανοιχτή αυτοκριτική και δημόσια συζήτηση, ακολουθεί το δοκιμασμένο εκφυλιστικό δρόμο της οργανωτικής «ανανέωσης και αναδιάταξης στελεχών» υπέρ της ηγετικής του ομάδας, για να αντιμετωπίσει την υπόγεια δυσαρέσκεια που αναπτύσσεται κάτω από το βάρος των δημοσκοπήσεων και ειδικά της αποτυχίας του ΠΑΜΕ να παίξει ένα σοβαρό ρόλο στη μάχη του Ασφαλιστικού. Το τελευταίο διάστημα στη μάχη της παιδείας, εμφανίστηκε με μια ηττοπαθή γραμμή υποβάθμισης στην πράξη της πάλης κατά της ιδιωτικοποίησης της παιδείας, αποχής από τις πρυτανικές εκλογές και όχι αποφασιστικών κινητοποιήσεων με μαζικούς όρους και κοινή δράση κατά της πραξικοπηματικής κατάργησης του άρθρου 16, για την ανατροπή του νόμου – πλαίσιο. Προέβη σε απαράδεκτη επίθεση κατά της ΕΑΑΚ και της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας του κινήματος (με την τραγική προβοκατορολογία), που αντικειμενικά διευκολύνει την κυβέρνηση. Μετά από δυο χρόνια σημαντικούς αγώνες, πολλοί εργαζόμενοι καταλαβαίνουν ότι το ΚΚΕ έχει λογική συμβολικών αγώνων διαμαρτυρίας και όχι πραγματικής πάλης για την ανατροπή της επίθεσης, λογική «προβολής» ριζοσπαστικών αιτημάτων  και όχι πολιτικού αγώνα των ίδιων των εργαζόμενων για την επιβολή τους,  «τυπικής ενότητας» γύρω από τον εαυτό του και όχι ταξικής ενότητας των αγωνιστικών-ριζοσπαστικών τάσεων. Η αιτία αυτής της πρακτικής βρίσκεται στο ότι το ΚΚΕ δεν έχει γραμμή πολιτικού αγώνα για την ανατροπή της επίθεσης μέσα από το σχετικά αυτοτελή πολιτική αντικαπιταλιστική  παρέμβαση του εργατικού και λαϊκού μαζικού κινήματος. Αυτή η λογική οξύνει στο έπακρο την αντίφαση λόγων και έργων, θα γνωρίσει και νέους κλυδωνισμούς, αλλά, όσον αφορά τις ευρωεκλογές, δεν πρέπει να υποτιμηθούν η «καθαρότερη» θέση του κατά της ΕΕ, η πιο «κομμουνιστική» -στρατηγική φυσιογνωμία του, όπως και οι οργανωτικοί δεσμοί του με τις μάζες (κάτι που έδειξαν και οι πρόσφατες φοιτητικές εκλογές). Από την άλλη πλευρά, η γραμμή που επεξεργάστηκε για την ΕΕ, έχει σαν προμετωπίδα το σύνθημα «απειθαρχία – ανυπακοή στην ΕΕ», ενώ αναβαθμίζει, τελευταία, το αίτημα της αποδέσμευσης από αυτήν. Το «όχι στην ΕΕ» και η «αποδέσμευση από την ΕΕ» του ΚΚΕ εντάσσονται στη μικροαστική αντίληψη της «λαϊκής εξουσίας» και όχι σε μια ανατροπή της επίθεσης, ενώ δεν συνδέονται με την επανάσταση και την αντικαπιταλιστική διεθνοποίηση.

Β.2.2. Ο Συνασπισμός, έχοντας πραγματοποιήσει πιο έγκαιρα μια αντιφατική μεν, αλλά σαφή αναπροσαρμογή της πολιτικής του πρότασης στις νέες συνθήκες, εμφανίζει μια ανοδική τάση, αναμετριέται με το ΚΚΕ στη μάχη της ενδοαριστερής ηγεμονίας, κερδίζει κομμάτια της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς με το «νέο» ΣΥΡΙΖΑ και καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος της δυσαρέσκειας από το ΠΑΣΟΚ, κυρίως λόγω του μετώπου κατά της κυβέρνησης και του ταυτόχρονου ρητού αποκλεισμού άμεσης κυβερνητικής συμμαχίας με αυτό. Ωστόσο, η πολιτική πρόταση της «αριστερής κυβέρνησης» με «κατεύθυνση το σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία», δηλαδή με αγορά, παρά το ριζοσπαστικό άρωμα που αποκτά σε σχέση με τη θεσμική «κλεισούρα» του Κωνσταντόπουλου, δεν συγκρούεται με τους πυλώνες της αστικής πολιτικής και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των ταξικών αναμετρήσεων που έρχονται και στις βαθύτερες αναζητήσεις των πρωτοπόρων του αγώνα. Πολύ περισσότερο, οι βαθύτατες και αξεπέραστες αντιφάσεις, ειδικά σε σχέση με τη θέση του για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο στο εσωτερικό του, όσο και στο ΣΥΡΙΖΑ, φέρνουν κραδασμούς, ενώ όσο συνεχίζει τη συγκυβέρνηση στη ΓΣΕΕ, δύσκολα θα πείθουν οι ρητορικές διαφοροποιήσεις του από την ΠΑΣΚΕ. Αποκαλυπτική για τα όρια του ΣΥΝ αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ είναι η στάση τους στο μέτωπο των ΑΕΙ. Από τη μια, η φοιτητική παράταξη ΑΡΕΝ συμμετέχει στις κινητοποιήσεις υποβαθμίζοντας το περιεχόμενο και κάνοντας χρήση μορφών πάλης χωρίς μαζικούς όρους. Από την άλλη -και αυτή είναι η κυρίαρχη πλευρά-, ο ΣΥΝ θεωρεί «δημοκρατικό» τον εξοβελισμό των φοιτητικών συλλόγων από τις πρυτανικές εκλογές και διαφοροποιείται από τις μαχητικές πρακτικές του φοιτητικού κινήματος. Ειδικά, οι «ανανεωτές» και μεγάλο μέρος των μελών ΔΕΠ του ΣΥΝ (που εντάσσονται ή υποτάσσονται στο καθηγητικό – επιχειρηματικό κατεστημένο) καταγγέλλουν τους φοιτητές, συναινούν με το ΠΑΣΟΚ και στην ουσία με την κυβερνητική επίθεση. Ανεξάρτητα από τις διαφορές των τάσεών του, ο ΣΥΝ αποτελεί την κύρια «φιλοευρωπαϊκή» δύναμη στην Αριστερά, αποδέχεται την ΕΕ ως το «βασικό πεδίο» της ταξικής πάλης, έχει γραμμή «μεταρρύθμισης της ΕΕ», πράγμα που δίνει περιορισμένο και ενσωματώσιμο χαρακτήρα στις όποιες αντιστάσεις του σε αντιδραστικές πολιτικές αποφάσεις της. Αυτή η φυσιογνωμία του ρυμουλκεί προς τα δεξιά τις υπόλοιπες οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και όχι το αντίθετο.

Β.2.3. Συνολικά, οι δυο δυνάμεις της «κοινοβουλευτικής» Αριστεράς αναπροσαρμόζουν ή κάνουν «τομές προς τα αριστερά» στη μαζική γραμμή τους, πάντα στα πλαίσια της στρατηγικής τους, κάτω από την πίεση του ανοδικού και αντιφατικού μαζικού κινήματος, για να το εντάξουν αποτελεσματικότερα στην ηγεμονία τους. Ο περιορισμένος χαρακτήρας αυτών των «τομών»  αδυνατεί να οδηγήσει στο μαζικό κίνημα σε ρήξεις με την κυρίαρχη πολιτική του κεφαλαίου, της ΕΕ και των κυβερνήσεων.

 

Β.3 Η εξωκοινοβουλευτική και αντικαπιταλιστική Αριστερά

 

Η αντικαπιταλιστική, εξωκοινοβουλευτική και μη ενσωματωμένη Αριστερά έχει επηρεαστεί και αυτή από την ανοδική παρέμβαση του εργατικού κα λαϊκού κινήματος και τις γενικότερες εξελίξεις, αλλά έχει πραγματοποιήσει τις μικρότερες αναπροσαρμογές στην πολιτική της και, πολύ περισσότερο, σε πτυχές, έστω, της στρατηγικής και της φυσιογνωμίας της, στην κατεύθυνση μιας αυτοτελούς μετωπικής συγκρότησης.

Β.3.1. Οι δυνάμεις της ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ, επιχείρησαν να κάνουν μια προωθητική «στροφή προς την πολιτική» για να απαντήσουν στις νέες προκλήσεις, ξεπερνώντας την καθήλωση στο «χώρο». Με τις δυνάμεις αυτές διατηρήθηκε η μετωπική δράση στα εργατικά σχήματα και την ΕΑΑΚ, παρά τις νέες δυσκολίες. Ταυτόχρονα, το ΣΕΚ, ωθούμενο από τις νέες συνθήκες και τις ξεχωριστές επιδιώξεις του, κινήθηκε προς το χώρο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Οι δυνάμεις αυτές, μαζί με την ΟΚΔΕ – Σπάρτακος και ανεξάρτητους αγωνιστές δημιούργησαν την ΕΝΑΝΤΙΑ διακηρύσσοντας τη συμβολή τους σε μια «άλλη Αριστερά», πράγμα που την εντάσσει, έστω με σοβαρές αντιφάσεις, στην αντικαπιταλιστική Αριστερά. Ωστόσο, κινείται βασικά σε μια «παλιά» κινηματίστικη γραμμή, χωρίς σαφές πολιτικό στόχο και σχέδιο για μια αντικαπιταλιστική αριστερή συσπείρωση – πόλο, με μια αφηρημένη σύνδεση με την επανάσταση και κάποια «άλλη κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση». Στη συγκρότησή της επιδρούν οι πολύ διαφορετικές θέσεις και πρακτικές των δυνάμεων που συμμετέχουν. Έτσι, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις, όπως φάνηκε και στις εκλογές. Η αναιμική και σε ορισμένες στιγμές, αντιφατική πρακτική της (π.χ., Πρωτομαγιά, Ευρωσυνθήκη), δείχνει τα όρια του περιεχομένου και των μορφών αυτής της συμμαχίας. Είναι θετικό ότι κινείται σε αυτοτελή συγκρότηση σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ ή με το ΠΑΣΟΚ. Όμως, η θέση αυτή υπονομεύεται από μια πρακτική «συνεχούς» με το ΣΥΡΙΖΑ (κυρίως από ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ) ή τμήματα του ΠΑΣΟΚ (κυρίως από το ΣΕΚ) στο μαζικό κίνημα και στα διάφορα μέτωπα πάλης, στο όνομα της «αντισεχταριστικής συσπείρωσης», αντί για κοινή δράση στη βάση της αυτοτέλειας. Η θέση της είναι κατά της ΕΕ συνολικά, αλλά διασχίζεται από τις σοβαρές διαφορές των συνιστωσών του, οι οποίες «συναντιούνται», άλλοτε στο «όχι στην ΕΕ» και άλλοτε στο «όχι στην Ευρώπη (γενικώς) του ρατσισμού, του νεοφιλελευθερισμού, του πολέμου».

Β.3.2. Οι δυο οργανώσεις του «μ-λ χώρου», παρά τα συνέδριά τους, δεν άλλαξαν κάτι ουσιαστικό σε σχέση με την πολιτική της «αντίστασης» χωρίς ένα συνεκτικό διεκδικητικό εργατικό πρόγραμμα ανατροπής της επίθεσης, κάτω από το σκιάχτρο του «ρεφορμισμού». Ωστόσο, έχουν αντι-ΕΕ θέσεις, έστω με βάση τη θεωρία της εξάρτησης και παραμένουν στο χώρο της μη ενσωματωμένης αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς. Με κάποιες δόσεις υπεροψίας λόγω του θετικού, αλλά ασταθούς εκλογικού αποτελέσματος, το μεν ΜΛ ΚΚΕ επιμένει στην αυτόκεντρη και μη μετωπική γραμμή του, ενώ το ΚΚΕ (μ-λ) φαίνεται να επιμένει στη λαθεμένη και αντιλενινιστική γραμμή αποχής από τις ευρωεκλογές.

Β.3.3. Η Οργάνωση Κομμουνιστική Ανασύνταξη, παρά τη διακήρυξη μιας νέας κομμουνιστικής συγκρότησης, υποτιμά την ανάγκη εκπόνησης μιας επαναστατικής τακτικής και την ανάγκη ριζικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος. Έτσι, ταλαντεύεται πολιτικά ανάμεσα στη συνεισφορά της σε μια μετωπική επαναστατική προσπάθεια και σε μια κοντόφθαλμη τακτική «αναμονής» από κάποια φθορά ή ήττες των άλλων, για τυχόν μικρά οφέλη, ενώ υπάρχουν και τάσεις (ηγεμονευόμενες σήμερα) που θα ήθελαν να συνεισφέρουν σε μια μετωπική επαναστατική προσπάθεια.

Σε διαφορετική τροχιά, παρά τις δικές της αντιφάσεις, κινείται η ΟΚΔΕ, η οποία συνεισέφερε θετικά στην πολιτική και εκλογική προσπάθεια του ΜΕΡΑ. Η οργάνωση αυτή κινείται με αριστερές αντικαπιταλιστικές θέσεις, έχει εργατικό προσανατολισμό και η συμμετοχή της στις γενικότερες διαδικασίες, το τελευταίο διάστημα έχει οπωσδήποτε θετική συνεισφορά. Η Κομμουνιστική Ανανέωση αναζητά πολιτική στάση μετά τις διαψεύσεις από τη μετωπική περιπέτεια με το ΚΚΕ, παρότι διατηρεί ακόμη τη συμμετοχή σε επιμέρους μέτωπα, αλλά διατηρεί θετική επαφή με τις δυνάμεις του πόλου, ενώ δίνει βάρος στην κομμουνιστική φυσιογνωμία από τη δική της σκοπιά. Ξεχωριστή σημασία έχουν και οι μικρές, αλλά κρίσιμες και πολύτιμες διαφοροποιήσεις ομάδων και αγωνιστών από το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και  αγωνιστών από τη βάση επιρροής του ΚΚΕ.

Β.3.4. Σε διεθνές ευρωπαϊκό επίπεδο εντείνονται οι διεργασίες στο χώρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και είναι αναγκαία να γίνει πιο συστηματική η επαφή μας. Σχετικά με την πρωτοβουλία  της γαλλικής Κομμουνιστικής Επαναστατικής Λίγκας – LCR επισυνάπτεται η έκθεση της αντιπροσωπείας του ΝΑΡ που πήρε μέρος στις εκδηλώσεις στο Παρίσι.

Β.3.5. Οι ανεξάρτητοι πρωτοπόροι αγωνιστές του μαζικού εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος και της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας των αγώνων, της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής πολιτικής και της θεωρητικής κομμουνιστικής και απελευθερωτικής αναζήτησης, αποτελούν ένα κρίσιμο δυναμικό που μπορεί να συνεισφέρει στο να γείρει η πλάστιγγα προς την κατεύθυνση του πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς. Πολλοί από αυτούς, βέβαια, κινούνται προς ή εντάσσονται ήδη σε ένα από τα μέτωπα δυνάμεων που έχουμε περιγράψει, άλλοι διακατέχονται από μια λογική «ο καθένας και ένα κόμμα», ενώ το κυριότερο είναι η ανάγκη να υπερβούν τη λογική της «ανάθεσης».

 

Β.4. Το μέτωπο κατά της ΕΕ, οι ευρωεκλογές και το ΝΑΡ

 

Β.4.1. Η πολιτική τακτική μας στο μέτωπο κατά της ΕΕ και η ειδική εκλογική τακτική στη μάχη των ευρωεκλογών δεν καθορίζονται από την παρέμβασή μας σε αυτά και μόνο τα πεδία. Το αντίθετο, καθορίζονται από τη συνολική και συμμετρική προώθηση των βασικών γενικών καθηκόντων, όπως έχουν τεθεί από τις αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου και των μετέπειτα αποφάσεων της Πολιτικής Επιτροπής: Στο ζήτημα του μετασχηματισμού του ΝΑΡ σε σύγχρονη, εργατική πολιτική εργατική οργάνωση κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Στο ζήτημα του πόλου της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με κατεύθυνση κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Στο ζήτημα του νέου ταξικού εργατικού κινήματος. Το κατά πόσο η συνολική αυτή πορεία θα έχει πολιτικά και εκλογικά αποτελέσματα που θα ανταποκρίνεται στους τρεις παραπάνω στόχους, θα καθορίζεται τελικά από τα βήματα μετασχηματισμού του ΝΑΡ και της  νΚΑ σε ένα σύγχρονο και ελκτικό αντικαπιταλιστικό – επαναστατικό ρεύμα, με θεωρητικό –πολιτιστικό πλούτο και βάθος. Ένα ρεύμα που θα αναπτύσσει δημιουργικά και συλλογικά τη φυσιογνωμία και την πρακτική της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Θα ριζώνει στην εργατική τάξη και τη νέα βάρδια της, θα συγκροτείται οργανωτικά σε κλάδους στην εργατική νεολαία σε όλους τους νομούς και τις πόλεις της χώρας. Και, τέλος, θα συμβάλει σε ένα διακριτό κοινωνικό πολιτικό κίνημα αντίστασης – ανατροπής της επίθεσης, αντικαπιταλιστικής πάλης και επαναστατικής προοπτικής. Από την άποψη αυτή αποκτά βαρύνουσα σημασία η Συνδιάσκεψη για το εργατικό κίνημα. Και αναβαθμίζεται ποιοτικά για το εγχείρημα και την προοπτική του, καθώς και για την πολιτική παρέμβασή του, η προετοιμασία  και η διεξαγωγή της Συνδιάσκεψης για την Προγραμματική Διακήρυξη.

Β.4.2. Στην αδυναμία ευρύτερης πολιτικής συσπείρωσης, στα γενικότερα προβλήματα της πολιτικής και κινηματικής παρέμβασης του ΝΑΡ και της νΚΑ, αλλά και σε ορισμένα στοιχεία αμηχανίας ή και απογοήτευσης που εκδηλώθηκαν το τελευταίο διάστημα, όπως και στο «μη ικανοποιητικό» πολιτικό – εκλογικό αποτέλεσμα του Σεπτέμβρη 2007, τις ευθύνες δεν πρέπει να αναζητήσουμε μόνο τις «αντικειμενοποιημένες» συνθήκες. Αλλά και στις δικές μας αντιφάσεις, τα αδιευκρίνιστα πεδία και τα λάθη μας στα προβλήματα τακτικής – στρατηγικής, που επιδρούν αρνητικά στην ικανότητα ανάλυσης και κατανόησης των εξελίξεων, στην αυτοπεποίθηση και τη μαχητικότητα των μελών μας, στη δυνατότητα πειθούς του πρωτοπόρου κόσμου των αγώνων, της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Για αυτούς τους λόγους, κλειδί στη γενικότερη πορεία υλοποίησης των στόχων μας και επομένως, προς τις ευρωεκλογές, αναδεικνύεται η δημιουργική ανάπτυξη και εφαρμογή της πολιτικής μας γραμμής μας σε συνδυασμό με την κίνηση για άρση των αντιφάσεων, των μικρών ή μεγαλύτερων «δογμάτων» και «αγκυλώσεων», η κίνηση προς μια νέα, ανώτερη και πιο συγκεκριμένη ανάπτυξη και επεξεργασία της επαναστατικής τακτικής και της σύνδεσής της με τη στρατηγική. Οι συμπυκνωμένες πολύτιμες εμπειρίες των τελευταίων δύο χρόνων, σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, εμπλουτίζουν το στρατηγικό και πολιτικό κεκτημένο και μας επιβάλλουν ξανά να ανοίξουμε, συντεταγμένα, συντροφικά και πιο ώριμα, τη συζήτηση πάνω στον πολιτικό στόχο για «αντίσταση, ρήξη και ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου» και τον κλονισμό της αστικής κυριαρχίας, να διευκρινίσουμε  τη σχέση του με τη σημερινή επίθεση, τις νέες δυνατότητες και δυσκολίες, καθώς και με την αντικαπιταλιστική επανάσταση. Στην κατεύθυνση αυτή, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να πάμε, τόσο στο μέτωπο κατά της ΕΕ, όσο και στη μάχη των ευρωεκλογών με μια απλή «βελτίωση» της μέχρι τώρα πολιτικής γραμμής μας, αλλά με μια ποιοτική εμβάθυνσή της, που να ανταποκρίνεται στις αλλαγμένες συνθήκες της κρίσιμης πολιτικής καμπής, στη δομική οικονομική κρίση (στοιχεία που έγιναν εμφανή πολύ πιο καθαρά μετά το 2ο Συνέδριο), στην εποχή και στους στρατηγικούς στόχους μας. Φυσικά, αυτή η συζήτηση πρέπει να «ολοκληρωθεί» στην πορεία προς το 3ο Συνέδριο του ΝΑΡ και ειδικότερα στη Συνδιάσκεψη για το Πρόγραμμα, για την ανώτερη και βαθύτερη προγραμματική και πολιτική ενοποίηση του ΝΑΡ, η οποία πρέπει να επιδιώξουμε να πραγματοποιηθεί πριν τις Ευρωεκλογές. Προϋπόθεση για όλα τα παραπάνω και αποτέλεσμά τους, ταυτοχρόνως, είναι η ανασυγκρότηση της ενότητας του ΝΑΡ, μια νέα συστράτευση, η κατάκτηση ενός εργατικού κομμουνιστικού πολιτισμού που θα καθοδηγεί την προσπάθειά μας.

 

Γ. ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΛΟΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

ΜΕ ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

ΣΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

Γ.1. Το ΝΑΡ πιστεύει, όχι για δικό του όφελος, αλλά για τα συμφέροντα των εργαζόμενων και την επαναστατική γονιμοποίηση των αγώνων τους, στην αναγκαιότητα μιας συνολικής πολιτικής πρότασης και στρατηγικής, η οποία πρέπει να αποτυπωθεί και στην εκλογική παρέμβαση, για την απόκρουση, ήττα και ανατροπή της διεθνούς και διαρκούς αντεργατικής, τρομοκρατικής και πολεμικής εκστρατείας του κεφαλαίου, του ιμπεριαλισμού και των κυβερνήσεων που την προωθούν, για τον κλονισμό και την επαναστατική κατάργηση της αστικής κυριαρχίας. Για  την ανάπτυξη του νέου ταξικού εργατικού κινήματος και την εμφάνιση με αισθητό τρόπο των δυνάμεων του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου και για τη ριζική ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων από τη σκοπιά και με προοπτική την αντικαπιταλιστική επανάσταση, την εργατική εξουσία-δημοκρατία, το άνοιγμα του δρόμου για την κομμουνιστική απελευθέρωση, με όπλο την κριτική επαναθεμελίωση του κομμουνισμού στην εποχή μας.

Επιδίωξη της τακτικής μας πρότασης, είναι η σύνδεση της πάλης του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου για την ανατροπή της αντεργατικής επίθεσης με την αντικαπιταλιστική επανάσταση. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερος στόχος του ΑΕΜ, για την ιστορική περίοδο που διανύουμε, είναι μια ριζική στροφή στους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς που θα εκφράζεται: Στο επίπεδο των εργατικών αναγκών και του κινήματος, με την εξασφάλιση κατακτήσεων που θα αποκρούουν την αστική επίθεση και θα βελτιώνουν κοινωνικά και πολιτικά τη θέση των εργαζομένων. Στο συνολικό πολιτικό επίπεδο, με τη διαμόρφωση ενός αισθητού πόλου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και μορφωμάτων εργατικής πολιτικής. Στο επίπεδο των στρατηγικών στόχων, με τη συμβολή στην ενίσχυση της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης ως προοπτικής, πρακτικής και μορφές συγκρότησης. Και μια τέτοια στροφή θα αποτελέσει βαθιά ρωγμή και κλονισμό της επίθεσης του κεφαλαίου και γενικότερα της πολιτικής και της εξουσίας του. Θα κλονίσει την ηγεμονία των τάσεων υποταγής μέσα στην εργατική τάξη και μπορεί να λειτουργήσει -κι αυτό επιδιώκουμε ως ΝΑΡ- σαν καταλύτης για μια βαθύτερη αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων, που θα φέρνει πιο κοντά την αντικαπιταλιστική επανάσταση.

Γ.2. Σήμερα, βρισκόμαστε σε μια περίοδο, η οποία, στην τωρινή καμπή, εισάγει μια νέα, πολύ πιο αντιδραστική επίθεση με αιχμή την πολιτική της κυβέρνησης Καραμανλή. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ευρύτερα τμήματα εργαζόμενων, με την αντιφατική αγωνιστική πολιτική παρέμβασή τους και παρακινούμενοι από τη «βουκέντρα» της επιβίωσης, αναζητούν την απόκρουση των συνεπειών της επίθεσης, το ξεπέρασμα ή την ανατροπή αυτής της αντιδραστικής περιόδου, για μια αποφασιστική βελτίωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής θέσης τους. Αυτή η ημιαυθόρμητη – ημισυνειδητή εργατική διάθεση πιέζει τις θέσεις όλων των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς, οι οποίες, με τη σειρά τους, ανιχνεύουν τα χαρακτηριστικά της περιόδου και της ιδιαίτερης καμπής. Αλλά παραμένουν προσκολλημένες, για ταξικούς – κοινωνικούς λόγους, σε ρεφορμιστικές, κατακερματισμένες και ασύνδετες με τη στρατηγική, πολιτικές τακτικές. Αδυνατούν, έτσι, να πολλαπλασιάσουν και να ενοποιήσουν τις αντιστάσεις, να τις πολιτικοποιήσουν, να τις μετατρέψουν σε ανεξάρτητο πολιτικό παράγοντα ανατροπής της «ισχύουσας κατάστασης». Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα ανάγλυφα σε όλες τις μάχες του μαζικού κινήματος και, ειδικά, στην κρίσιμη μάχη του Ασφαλιστικού, αλλά και στην παιδεία, στις συλλογικές συμβάσεις και την ακρίβεια. Ο Συνασπισμός περιορίζει την πρότασή του σε μια κοινοβουλευτικού τύπου «αριστερή διακυβέρνηση»  εντός του συστήματος. Το ΚΚΕ παρακάμπτει το πρόβλημα με το «Αντιμονοπωλιακό Αντιιμπεριαλιστικό Δημοκρατικό Μέτωπο», θέτοντας ζήτημα «λαϊκής εξουσίας – οικονομίας» χωρίς, μάλιστα, επανάσταση κι εργατική εξουσία. Ο κινηματισμός αντιπαραθέτει γενικώς τους «αγώνες» (οι οποίοι δεν φτάνουν) ή τις «νησίδες αυτονομίας». Δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (κυρίως ο «μ-λ χώρος») αρνούνται μια γενική τακτική πρόταση ανατροπής της επίθεσης και της περιόδου στο όνομα του «ρεφορμιστικού κινδύνου»΄ήΔηήηηη. Ουσιαστικά, δεν πιστεύουν ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να επιβάλουν κατακτήσεις και να ανατρέψουν συνολικά την επίθεση του κεφαλαίου και των κυβερνήσεων. Η έλλειψη αυτοπεποίθησης αποτυπώνεται στο περιεχόμενο και τον ηττοπαθή τρόπο με τον οποίο δίνουν τις κρίσιμες μάχες της συγκυρίας.  Οι πολιτικές τους προτάσεις συνδέονται με τις στρατηγικές τους στοχεύσεις για τον κοινωνικό μετασχηματισμό και την επαναστατική ή μη υπέρβαση του καπιταλισμού.

Το ΝΑΡ θεωρεί, ότι όχι μόνο είναι αναγκαία η πάλη για την επιβολή μιας τέτοιας «στροφής», αλλά ότι είναι και δυνατό αυτή η πάλη να έχει αποτελέσματα. Και ότι, στην πορεία της, οι εργαζόμενοι μπορούν να επιβάλουν οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις, να προκαλέσουν ρήξεις, να σπάσουν πυλώνες, κάτω από το μαζικό αγωνιστικό εκβιασμό, με μια μαχητική εργατική αντιπολίτευση, με τη συγκρότηση οργάνων εργατικής πολιτικής. Οι δυνατότητες αυτές μεγαλώνουν με την οικονομική, δομική κρίση και με την κρίση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Είναι πιο ρεαλιστικό να έχουν υλικές κατακτήσεις οι εργαζόμενοι με μια μαχητική εργατική αντιπολίτευση, η οποία συνδέεται με την επαναστατική ανατροπή και με αυτά τα εργατικά όργανα, παρά με τη γραμμή της «λαϊκής εξουσίας» του ΚΚΕ ή της «αριστερής κυβέρνησης» του ΣΥΝ, που δεν απαντούν ούτε στο ζήτημα της επίθεσης, ούτε της επανάστασης.

Γ.3. Οι προτάσεις για τον τρόπο επιβολής κατακτήσεων, ρήξεων και ανατροπής, αποτυπώνουν το συσχετισμό δύναμης, το «συσχετισμό» βίας, που είναι η ουσία του «δημοκρατικού προβλήματος». Από όλα αυτά απορρέει η πρότασή μας για την αναγκαιότητα μιας ριζικής ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού και μαζικού κινήματος, δηλαδή για ένα νέο, ταξικό εργατικό κίνημα, που θα διαχωρίζεται και θα υπερβαίνει την αστική πολιτική της ΓΣΕΕ και τα ρεφορμιστική του ΠΑΜΕ, σε μια νέα ταξική εργατική ενότητα. Ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας συνολικής μαχητικής εργατικής αντιπολίτευσης, σε ένα πολιτικό αντικαπιταλιστικό κίνημα ανατροπής, το οποίο είναι αυτό που μπορεί να επιβάλει τις κατακτήσεις, που η αντικαπιταλιστική τους εμβάθυνση, η σταθεροποίηση και ολοκλήρωση απαιτούν επαναστατική απάντηση στο ζήτημα της εξουσίας. Ανοίγοντας, έτσι, μια νέα ιστορική περίοδο όπου ο αγώνας για την ολοκλήρωση και σταθεροποίησή τους θα μετατρέπεται σε επαναστατική κατάσταση και κρίση, ώστε να τεθεί «στην ημερήσια διάταξη» το ζήτημα της εξουσίας. Η επαναστατική τακτική αποκλείει κάθε συμμετοχή σε αστικές κυβερνήσεις και κυβερνήσεις που μιλούν στο όνομα της Αριστεράς ή και του σοσιαλισμού στα πλαίσια του καπιταλισμού, οι οποίες δεν αποκλείεται να διαμορφωθούν σαν υποπροϊόντα του ανερχόμενου επαναστατικού αγώνα. Απεναντίας, αναπτύσσει σε ανώτερο ποιοτικό επίπεδο το μαζικό ανατρεπτικό  αγώνα, σπρώχνει το «τρένο της επανάστασης» όλο και πιο μπροστά, συμβάλει στη δημιουργία επαναστατικής κρίσης.

Γ.4. Χωρίς μια πολιτική συσπείρωση των αγωνιστών και των δυνάμεων που κινούνται σε μια τέτοια κατεύθυνση, είναι αδύνατο να υλοποιηθούν τα παραπάνω. Για αυτό απαιτείται η συγκρότηση ενός μετώπου – πόλου της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με κατεύθυνση κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Το ΝΑΡ πιστεύει ότι απαιτείται η αυτοτέλεια αυτού του περιεχομένου από τις ρεφορμιστικές θεωρίες, πολιτικές προτάσεις και πρακτικές και όχι η «ώσμωση», οι «εφαπτόμενες σχέσεις» και η «διάχυση» στα ιδιαίτερα μέτωπα του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ ή ακόμη και του ΠΑΣΟΚ, πολύ περισσότερο οι «παναριστερές» πολιτικές και εκλογικές συνεργασίες.

Και αυτή είναι μια βασική προϋπόθεση για την επιβολή της κοινής δράσης με τα κόμματα και τις δυνάμεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς πάνω σε συγκεκριμένους προωθητικούς αντικαπιταλιστικούς στόχους στην κατεύθυνση της ανατροπής της επίθεσης, στο μαζικό κίνημα πρωτίστως, αλλά και σε συγκεκριμένα πολιτικά μέτωπα με συντονισμό δράσης των αντίστοιχων μετωπικών κινήσεων (π.χ., κατά της ΕΕ, για το δημοκρατικό ζήτημα κ.α.), με ισοτιμία, ανοιχτή και δημόσια την αντιπαράθεση μπροστά στους εργαζόμενους. Κοινή δράση, η οποία είναι όχι μόνο δυνατή αλλά και αναγκαία για την ανάπτυξη και την πολιτικοποίηση του εργατικού και μαζικού κινήματος, για νίκες και κατακτήσεις. Μια κοινή δράση που απευθύνεται στη βάση, αλλά και στις ηγεσίες, για την ανάληψη των ευθυνών τους μπροστά στη βάση τους, χωρίς προνομιακές και επιλεκτικές επιλογές.

Γ.5. Η πολιτική πρόταση πρέπει να εντάσσεται στις στρατηγικές επιδιώξεις της επαναστατικής και κομμουνιστικής Αριστεράς. Συνδέεται με την προώθηση της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, που αποτελεί το ποιοτικό άλμα για την πορεία προς την εργατική δημοκρατία και τη διεθνιστική κομμουνιστική απελευθέρωση. Μια πολιτική πρόταση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς δυναμώνει, γίνεται περισσότερο πειστική, πιο ελκτική (ακόμη και εκλογικά) εάν παρουσιάζεται από τη σκοπιά της επανάστασης και μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής. Διότι καμία κατάκτηση, καμία ανατροπή και «κλονισμός» του κεφαλαίου δεν μπορεί να μείνει στη «μέση του δρόμου»: Ή θα πισωγυρίσει αντεπαναστατικά ή θα προχωρήσει σε επαναστατική κατάσταση, κρίση και κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Αυτό το καταλαβαίνουν οι πρωτοπόροι αγωνιστές, εξάλλου υπάρχει και η παλιότερη εμπειρία (γαλλικός Μάης, Χιλή) αλλά και η πρόσφατη (Βολιβία, Βενεζουέλα). Πολύ περισσότερο, που σήμερα υπάρχουν πολύ ανώτερες δυνατότητες για νέες επαναστάσεις και για πορεία νίκης προς την κομμουνιστική απελευθέρωση. Η επαναστατική και κομμουνιστική προοπτική δεν είναι μια θεωρητική διάλεξη, ένα «νεκρό γράμμα» που συνοδεύει απλώς μια πολιτική πρόταση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Αποτελεί μάχιμο στοιχείο της φυσιογνωμίας της, συνυπάρχει και παλεύει για την ηγεμονία μέσα στο ευρύτερο μέτωπο – πόλο. Μάλιστα, όσο «ευρύτερος» είναι αυτός, τόσο «ψηλότερα» πρέπει να σηκώνεται αυτή η προοπτική μέσα στο αντικαπιταλιστικό μέτωπο και όχι να «αποσύρεται» στο όνομα της ευρύτητας.

 

Δ. Ο ΣΤΟΧΟΣ ΓΙΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

 

Δ.1. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

 

Δ.1.1. Το μέτωπο κατά της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης είναι, για την Ελλάδα ειδικά, βασική πλευρά της μετώπου κατά της καπιταλιστικής διεθνοποίησης και του καπιταλισμού γενικά. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, η στρατηγική της Λισσαβόνας, η πολιτική της, οι οδηγίες της αποτελούν έναν από τους βασικούς πυλώνες της πολιτικής της αστικής τάξης. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ, έστω από τη θέση μικρότερου συνεταίρου, αποτελεί κεντρική επιλογή του ελληνικού κεφαλαίου, ιδιαίτερα των πιο δυναμικών μερίδων του, και συνδέεται οργανικά με το σύνολο των «εσωτερικών» και «εξωτερικών» επιλογών του. Οι κατευθύνσεις της ΕΕ, επομένως, δεν εκφράζουν κάτι «εξωγενές» προς τις ανάγκες της ελληνικής αστικής τάξης, κάτι εξωτερικά επιβαλλόμενο, αλλά τις συμπυκνωμένες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιλογές του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου, μαζί και του ελληνικού. Για αυτό η πάλη κατά της ΕΕ αποτελεί ένα κομβικό στοιχείο της αντικαπιταλιστικής πάλης για μια γενικευμένη και ενιαία αντίσταση του εργατικού κινήματος κατά της πολιτικής των κυβερνήσεων της χώρας, ειδικά, σήμερα, κατά της κυβέρνησης Καραμανλή, κατά των διεθνικών οργάνων στα οποία συμμετέχει η χώρα, για σημαντικές ήττες και βαθιά ρήγματα σε κάποιον ή κάποιους από τους βασικούς πυλώνες αυτής της πολιτικής και για μια συνολική ανατροπή της υπερεπιθετικής αντιδραστικής, τρομοκρατικής εκστρατείας του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Από την άλλη, συνδέεται με τη έμπρακτη προώθηση της αντικαπιταλιστικής επανάστασης με κατεύθυνση την εργατική δημοκρατία και τη διεθνιστική κομμουνιστική απελευθέρωση. Η στρατηγική και πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέεται και επιδρά άμεσα σε όλα τα βασικά μέτωπα: Στο μέτωπο για το «κοινωνικό ζήτημα», για τα κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα της εργατικής τάξης. Δεύτερο, στο μέτωπο για το «δημοκρατικό ζήτημα», στο συσχετισμό βίας του κράτους και των θεσμών του και αντιβίας του εργατικού κινήματος – μετώπου και των δικών του θεσμών. Παράλληλα διαπερνά και τα άλλα μέτωπα: της παιδείας, της πόλης – περιβάλλοντος, του πολιτισμού κτλ. Συνεπώς, είναι μέτωπο – πεδίο όπου δοκιμάζεται η ενότητα της εργατικής τάξης.

Δ.1.2. Ταυτόχρονα, το μέτωπο κατά της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης έχει τη δική του σχετική αυτοτέλεια. Αποτελεί μέτωπο στο οποίο, μεταξύ άλλων, διασταυρώνονται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης με τις προλεταριακές τάσεις των μεσαίων στρωμάτων: της μεσαίας μισθωτής διανόησης, των κλασικών της πόλης, της φτωχομεσαίας αγροτιάς, της διανόησης και της νεολαίας ως κοινωνικής κατηγορίας. Αποτελεί σημαντικό πεδίο της διαπάλης για ηγεμονία επάνω τους, από τη μια της αστικής τάξης, μεγάλης, μεσαίας και μικρής και από την άλλη, της εργατικής τάξης, Διαπάλη, η οποία έχει ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Συνεπώς αποτελεί, πέρα από πεδίο της ενότητας της εργατικής τάξης και πεδίο των συμμαχιών της ενάντια στο σύνολο της αστικής τάξης και όχι σε συμμαχία με ορισμένα τμήματά της που πιθανά θίγονται. Η οποία οικοδομεί διόλου ευκαταφρόνητες κοινωνικές συμμαχίες με αξιοσημείωτα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, αλλά και εργαζόμενων.

Δ.1.3. Η ΕΕ είναι μορφή καπιταλιστικής  ιμπεριαλιστικής  ολοκλήρωσης στον «ιστορικό γεωγραφικό χώρο» της Ευρώπης, «συγκεκριμένη έκφραση» της  γενικότερης διαδικασίας καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Οι ολοκληρώσεις είναι ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σταδίου του Ολοκληρωτικού Καπιταλισμού. Η πορεία της ΕΕ προς την πολιτική –οικονομική –επιχειρησιακή ενοποίηση με τη δημιουργία- ανάπτυξη αντίστοιχων υπερεθνικών  οργάνων θεσμών και δομών, στηρίζεται στη «συνύπαρξη δυο αντιφατικών τάσεων»: «της τάσης για ανταγωνισμό, για σύγκρουση, για διάσπαση και αυτής για συμμαχία, ενότητα, ρύθμιση, εμβάθυνση». Οι οποίες, με τη σειρά τους, εκφράζουν την τάση επιθετικής ανάπτυξης του ρόλου σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο των σύγχρονων πολυεθνικών – πολυκλαδικών μονοπωλίων: Από τη μια πλευρά, για υπέρβαση των στενών ορίων της εθνικής αγοράς (και της αγοράς εργατικής δύναμης, άρα εκμετάλλευσης), του έθνους – κράτους για τα συμφέροντα των «ευρωπαϊκών» ομίλων, στον ανταγωνισμό τους με άλλες ολοκληρώσεις ή με έθνη – κράτη διαφορετικών ποιοτικών διαστάσεων (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα). Και από την άλλη, την τάση για μη απόσπαση, για καθήλωσή τους στα όρια του έθνους – κράτους από το οποίο κατάγονται, λόγω της αναγκαστικής εφόρμησής τους από τα «σύνορά» του, λόγω της ανάγκης προστασίας τους από το «δικό τους» κράτος. Το πολυεθνικό – πολυκλαδικό μονοπώλιο «δρα διεθνικά – εφορμά εθνικά». Αυτή η αντίφαση αποτυπώνεται στην πορεία πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ και οδηγεί στο «οξύμωρο σχήμα» της σημερινής ΕΕ: κάτι περισσότερο από ένωση κρατών, κάτι λιγότερο από υπερεθνικό κράτος. Πράγμα που δεν φαίνεται να αλλάζει στο ορατό μέλλον. Στο πλαίσιο αυτό, «οι τάσεις για ευρύτερες υπερεθνικές μορφές οργάνωσης της εξουσίας – κυριαρχίας του κεφαλαίου δεν μπορούν να ολοκληρωθούν». Οι τάσεις αυτές αποτελούν την έκφραση της τάσης του κεφαλαίου για συνεχή επέκταση της σφαίρας δράσης, της κερδοφορίας και της κυριαρχίας του, και ταυτόχρονα, την αντιδραστική καπιταλιστική «απάντηση» στις υπεραναπτυγμένες, σήμερα, τάσεις κοινωνικοποίησης και διεθνοποίησης της παραγωγής.

Παράλληλα, ανάλογα με τις δυνατότητες, τη δύναμη, τη θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό, τη γεωπολιτική θέση, την εσωτερική ταξική πάλη, ο βαθμός συμμετοχής και δεσμεύσεων του κάθε κράτους – μέλους δεν είναι ίδιοι, αλλάζουν, περικλείουν βαθμούς απομάκρυνσης ή σύσφιξης κ.τ.λ. (π.χ. η Βρετανία δεν συμμετέχει στην ΟΝΕ, αλλά και άλλες χώρες της Σκανδιναβίας, ή οι «ειδικές σχέσεις», βλ. Τουρκία). Σε μια τέτοια δοκιμασία μπορεί να μπει η Ιρλανδία, μετά το «όχι» του λαού της στην Ευρωσυνθήκη. Οι παγκόσμιες ανακατατάξεις, συμμαχίες και ανταγωνισμοί, η κρίση, αλλά και η διεθνική και εθνική ταξική πάλη δεν αποκλείει ακόμη και (αστικές) προσωρινές ή μη, αποχωρήσεις και διασπάσεις σε ολοκληρώσεις ή παγκόσμιους οργανισμούς του κεφαλαίου (βλ. και στάση λατινοαμερικανικών χωρών, αστικών καθεστώτων ασχέτως «αριστερής κυβέρνησης», που «ταυτίζονταν» πριν λίγα χρόνια με το ΔΝΤ). Συνεπώς, μια οπτική που ταυτίζει την αποχώρηση ή τη διάλυση της ΕΕ με την επανάσταση δεν είναι σωστή, όπως είναι λάθος και μια οπτική που τις αποσυνδέει. Εμείς απαντούμε με την πολιτική γραμμή της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης σε σύνδεση με την επανάσταση και με προοπτική την εργατική αντικαπιταλιστική διεθνοποίηση.

Δ.1.4. Το αστικό έθνος – κράτος εντάσσει τμήματα της κυριαρχίας του στους υπερεθνικούς θεσμούς και μηχανισμούς και αλληλοδιαπλέκεται με αυτούς,  για να δυναμώσει το ίδιο απέναντι στους κινδύνους κλονισμού του, για να οργανώσει αποτελεσματικότερα την εκμετάλλευση της δικής του εργατικής τάξης. Διατηρεί, όμως, τα κρίσιμα πεδία της εθνικής κυριαρχίας του ως κράτος στρατηγείο της αστικής κυριαρχίας και πολιτικής. Η συμμετοχή στην ΕΕ δεν αδυνατίζει αλλά δυναμώνει το νόμο της συνδυασμένης και ανισόμετρης ανάπτυξης, άρα ισχύει η θεωρία του «αδύνατου κρίκου». Δεν μειώνει, αλλά οξύνει τους ανταγωνισμούς σε ένα άλλο πλαίσιο. Για αυτό δεν μπορεί ποτέ να γίνει «σύγκλιση μισθών» ούτε προς τα πάνω, όπως ισχυρίζονται οι «έξυπνοι» αστοί και οι σοσιαλδημοκράτες, ούτε προς τα κάτω, όπως επιδιώκει στην πράξη το κεφάλαιο. Με βάση όλα τα παραπάνω, το «έθνος – κράτος» παραμένει το βασικό πεδίο της ταξικής πάλης και για τα ζητήματα της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, των ολοκληρώσεων και ειδικά της ΕΕ, παρότι αναβαθμίζεται ποιοτικά η διεθνιστική διάσταση της. Για αυτό διαφωνούμε με τη θέση για μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε «προνομιακό» πεδίο της ταξικής πάλης.

Δ.1.5. Η ΕΕ εκφράζει πολιτικά την υπεραντιδραστικότητα του πολυεθνικού – πολυκλαδικού μονοπωλίου (ευρω-σύνταγμα, στρατός, αστυνομία, παρακολουθήσεις κ.τ.λ.). Δεν υπάρχει «έλλειμμα δημοκρατίας» αλλά εσωτερική, οργανική αντιδραστική ροπή. Είναι «η τελευταία λέξη» της πολιτικής του οργάνωσης: όπως δεν αλλάζει ο χαρακτήρας του αστικού κράτους, παρά «τσακίζεται», κατ΄ αναλογία ο χαρακτήρας της ΕΕ: δεν μεταρρυθμίζεται, αλλά ανατρέπεται. Αυτός ο βασικός χαρακτήρας της ΕΕ μάς οδηγεί στη θέση για πάλη ενάντιά της, για την ανατροπή της. Από αυτή τη σκοπιά διαφωνούμε με τις διάφορες θέσεις για «μεταρρύθμιση», «εκδημοκρατισμό», «αλλαγή» ή και …«ανατροπή» των συσχετισμών.

 

Δ.2.Ευρωπαϊκή Ένωση και Αντικαπιταλιστικό Εργατικό Μέτωπο

 

Δ.2.1. Η πάλη για την αποδέσμευση από την ΕΕ, για τη συνολική απαγκίστρωση της χώρας μας από τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις και το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, αποτελεί μέσο, δρόμο προώθησης και προσέγγισης της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, συγκέντρωσης και διαπαιδαγώγησης δυνάμεων. Είναι δηλαδή, πολιτική κατεύθυνση και διεκδίκηση του προγράμματος τακτικής και στόχος κατάκτησης του ΑΕΜ μέσω του εργατικού μαζικού εκβιασμού. Ταυτόχρονα, αποτελεί ένα βασικό καθήκον και στόχο της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και της εργατικής εξουσίας, βασικό όρο για την επικράτηση και εδραίωσή της. Η αντικαπιταλιστική – αντιιμπεριαλιστική αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ αποτελεί την ειδική «εθνική» συνεισφορά του ελληνικού επαναστατικού εργατικού κινήματος στο διεθνιστικό στόχο της πλήρους κατάργησης του διεθνικού πλαισίου των καπιταλιστικών σχέσεων.

Το Αντικαπιταλιστικό Εργατικό Μέτωπο επιδιώκει να επιβάλει με τον μαζικό επαναστατικό αγώνα, στα πλαίσια μιας συνολικής ανατροπής της επίθεσης και σε σύνδεση με την προώθηση της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, την ανυπακοή στις οδηγίες της ΕΕ, την αποχώρηση της χώρας από συγκεκριμένες συμφωνίες, τη γενικότερη απαγκίστρωση από πολιτικές της επιλογές, ακόμη και την αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ. Στόχος που έχει άλλη ποιοτική βαρύτητα και που η επίτευξή του, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ακόμη, τη συνολική αποδέσμευση (της χώρας) από το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου. Διότι, χωρίς την καθολική ισχύ της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, χωρίς την κατοχύρωση την οποία «εγγυάται» το εργατικό κράτος και χωρίς την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, ακόμη και τέτοιες κατακτήσεις του εργατικού κινήματος θα μένουν αμφισβητήσιμες, διεκδικούμενες, ανατρέψιμες: η αστική τάξη σε συμμαχία και συνεργασία με διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα θα επιχειρεί να τα καταργήσει, η εργατική τάξη να τα ολοκληρώσει. Πρόκειται, από αυτή την πλευρά, για ένα από τα πεδία προώθησης της επαναστατικής κατάστασης, της επαναστατικής κρίσης ή της οπισθοδρόμησης, της αντίδρασης, της αντεπανάστασης.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να προβούμε σε μια επισήμανση: Στην Απόφαση του 2ου Συνεδρίου (και στις Θέσεις, ανάλογα) αναφέρεται ότι η «μαχητική εργατική αντιπολίτευση […] περιέχει στοχεύσεις που τείνουν: […] Να καταφέρουν πλήγματα κατά των πολυπλόκαμων, οικονομικών, πολιτικών, στρατιωτικών, πολιτισμικών, θεσμικών κ.ά. σχέσεων διαπλοκής της χώρας με το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου (ΕΕ, ΝΑΤΟ κ.λπ.) μέχρι και τη συνολική αποδέσμευση απ’ αυτό (σ.σ., από το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου), ως κρίσιμη προϋπόθεση για να ενισχύονται οι δυνατότητες επαναστατικής ανατροπής στη χώρα μας». Πρέπει να διευκρινίσουμε, ότι η κρίσιμη προϋπόθεση αναφέρεται στην επιβολή πληγμάτων κατά των σχέσεων διαπλοκής της χώρας με το διεθνές σύστημα και ότι τη συνολική αποδέσμευση από το «διεθνές σύστημα του κεφαλαίου» δεν μπορεί να την ολοκληρώσει παρά η επαναστατική εξουσία και μάλιστα μόνο σε μια κίνηση δημιουργίας μιας εργατικής, αντικαπιταλιστικής διεθνοποίησης επαναστατημένων χωρών και επαναστατικών κινημάτων.

Δ.2.2. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η πολιτική γραμμή και πρόταση του ΝΑΡ στο μέτωπο κατά της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, των ολοκληρώσεων και της ΕΕ συμπυκνώνεται στα εξής: Συνολική σύγκρουση με την καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση», με την ΕΕ και τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, τους πολέμους και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τους παγκόσμιους οργανισμούς του κεφαλαίου (ΝΑΤΟ, ΠΟΕ, ΔΝΤ κ.τ.λ.). Ανυπακοή και απειθαρχία στις ευρωπαϊκές οδηγίες. Αντίσταση, ρήξη με την ΕΕ και ανατροπή των πολιτικών της. Καμιά συμμετοχή στους κατασταλτικούς και στρατιωτικούς μηχανισμούς της. Αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ, ανατροπή και διάλυσή της από τη σκοπιά μιας νέας εργατικής διεθνοποίησης στην Ευρώπη και τον κόσμο. Αγώνας για ρήξεις και απεγκλωβισμό της χώρας από κάθε είδους «δίκτυα διαπλοκής» με το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου, ως μια κρίσιμη προϋπόθεση για να μεγαλώνουν οι δυνατότητες για την αντικαπιταλιστική επανάσταση στη χώρα μας.

 

Δ.3. Οι αλλαγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια

 

Δ.3.1. Οι εξελίξεις που έχουν δρομολογηθεί τα τελευταία 6-7 χρόνια, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, συνθέτουν την πορεία μιας σημαντικής ποιοτικής ανασυγκρότησης. Με τις ανακατατάξεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο επιχειρεί να αντιστοιχήσει τις διαδικασίες, τη δομή και τη μορφή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στις απαιτήσεις της ωριμότερης φάσης και της βαθύτερης κρίσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και της «παγκοσμιοποίησης». Πιο συγκεκριμένα, οι στόχοι της είναι: Πρώτο, να διαμορφωθεί ένα νέο εργασιακό και κοινωνικό πλαίσιο που θα αντιρροπεί την τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους και θα διευκολύνει την υπέρβαση της κρίσης. Δεύτερο, να θωρακιστεί πολιτικά αυτή η διαδικασία και η αστική κυριαρχία (εθνικά και ευρωπαϊκά) από τις εκδηλωμένες ή εν δυνάμει ριζοσπαστικές τάσεις αμφισβήτησής τους. Τρίτο, να εξασφαλιστεί μια νέα συγκρότηση της ΕΕ, η οποία θα ρυθμίζει πιο αποτελεσματικά τις ενδοαστικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της και με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Τέταρτο, να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα και η γεωστρατηγική θέση του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου και της  ΕΕ στο διεθνές σύστημα – και ιδιαίτερα απέναντι στις HΠA. Αυτή η αναδιάρθρωση ολοκληρώνεται σταδιακά και βεβαίως όχι αδιατάρακτα. Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των κρατών-μελών, οι συγκρούσεις με τις HΠA, οι ρωγμές που εμφανίστηκαν με αφορμή τον πόλεμο στο Iράκ, οι αναδιατάξεις συμμαχιών, οι συμβιβασμοί, καθώς και οι λαϊκές αντιδράσεις είναι αναπόσπαστα στοιχεία αυτής της πορείας.

Ε.3.2. Οι πιο σημαντικές εξελίξεις στην ΕΕ τα τελευταία χρόνια είναι: Στο πεδίο της εργασίας και της οικονομίας, η προσπάθεια εφαρμογής της λεγόμενης «στρατηγικής της Λισσαβόνας», που αναμορφώθηκε μετά την κρίση και μπήκε σε φάση «πιο ρεαλιστικής υλοποίησης». Επιχειρείται να οικοδομηθεί ένα υπερεκμεταλλευτικό εργασιακό μοντέλο, ενώ προωθούνται μια νέα αντιασφαλιστική επίθεση, νέα κύματα ιδιωτικοποιήσεων, νέες αντιδραστικές αλλαγές στο ωράριο και τις εργασιακές σχέσεις (π.χ. Πράσινη Βίβλος, οδηγία Μπολκενστάιν). Σημαντικό ρόλο συνεχίζει να παίζει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο μπορεί τώρα να αντιμετωπίζεται πιο ελαστικά, συνεχίζει ωστόσο να λειτουργεί στο ακέραιο ως μηχανισμός εργατικής λεηλασίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ολοκλήρωση της ΟΝΕ και η κυκλοφορία του ευρώ. Τώρα πια η ΕΕ δεν είναι μια απλή τελωνιακή ένωση, αλλά μια ένωση με βαθύτερη ενότητα των οικονομικών διαδικασιών των χωρών-μελών της. Στο πολιτικό-θεσμικό πεδίο καταγράφεται μια ακραία αντιδραστική στροφή στα ζητήματα της δημοκρατίας με την αναβάθμιση του Σένγκεν, τη συμμετοχή στην παγκόσμια «αντιτρομοκρατική υστερία», τους αλλεπάλληλους ευρωτρομονόμους, τα αντιδημοκρατικά μέτρα στον τομέα της μετανάστευσης, την αστυνομική και δικαστική συνεργασία με τις ΗΠΑ, κ.α. Επιπλέον έχουμε την Kοινή Eξωτερική Πολιτική και Πολιτική Aσφάλειας (KEΠΠA), που ενεργοποιήθηκε πιο εντατικά μετά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία (1999) και την έναρξη δράσης του ευρωστρατού.

Στην εκπαίδευση, με τις διαδικασίες του Κοινού Ευρωπαϊκού Χώρου και της Μπολόνιας, προωθείται ο αποτελεσματικότερος έλεγχος της διαμόρφωσης των εργασιακών ικανοτήτων, η πιο κερδοφόρα αξιοποίηση των τεχνολογικών καινοτομιών, η βαθύτερη εισβολή των επιχειρήσεων κ.τ.λ. Στον αγροτικό τομέα, τα διάφορα κύματα της ΚΑΠ έχουν οδηγήσει σε ξεκλήρισμα τη μικρομεσαία αγροτιά και έχουν οξύνει τις διάφορες πλευρές του διατροφικού ζητήματος. Η διεύρυνση είναι μια ακόμη κομβική εξέλιξη. Στο οικονομικό πεδίο προσφέρει στο κεφάλαιο φθηνό εργατικό δυναμικό, πιέζει συνολικά τις εργατικές αμοιβές προς τα κάτω, εξασφαλίζει νέες αγορές και οικονομίες κλίμακας κ.α. Ταυτόχρονα, αναχαιτίζει ως ένα βαθμό τις ΗΠΑ, αλλά εντείνει τις ανισότητες εντός της ΕΕ, δυσκολεύει τη βαθύτερη ενοποίηση. Ταυτόχρονα, δυναμώνουν οι προσπάθειες συμμαχιών με τη Ρωσία, ώστε να διαμορφωθεί μια «μεγάλη ευρασιατική δύναμη», ενώ  εντείνονται οι συγκρούσεις στον ΠΟΕ, οι εξελίξεις στη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ-δολαρίου, οι αντιπαραθέσεις HΠA – EE στη Mέση Aνατολή κ.λ.π .Όλες αυτές οι εξελίξεις επιχειρείται να συστηματοποιηθούν και να νομιμοποιηθούν θεσμικά με την αντιδραστική Ευρωσυνθήκη που αντικατέστησε το απορριφθέν από τους λαούς Ευρωσύνταγμα. Γενικότερα, εντείνεται η λαϊκή αμφισβήτηση της ΕΕ (όπως έδειξαν τα δημοψηφίσματα), αλλά εντείνεται και η αντιδραστική αντιδημοκρατική λογική του διαρκούς πραξικοπήματος από πλευράς του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

 

Δ.4.  Η αναγκαιότητα της ανόδου της πάλης κατά της ΕΕ στο μαζικό κίνημα

 

Για τις δυνάμεις της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου, η  πολιτική και κοινωνική πάλη εναντίον της ΕΕ έχει μια τριπλή διάσταση: Αφορά, καταρχήν, την άνοδο της μαζικής εργατικής και νεολαιίστικης πάλης κατά συγκεκριμένων αντιδραστικών επιλογών της ΕΕ και τη σύνδεση της πάλης για βασικές εργατικές και νεανικές ανάγκες με τη σύγκρουση προς βασικές αντιδραστικές κατευθύνσεις, οδηγίες ή επιλογές της ΕΕ, τη συνολική πολιτικοποίηση των αγώνων σε αντι-ΕΕ κατεύθυνση, με τη μαζική ανάδειξη της ΕΕ ως ενός εκ των βασικών πυλώνων του συστήματος και της αντιδραστικής επίθεσης. Δεύτερο, αφορά την οικοδόμηση ενός σχετικά αυτοτελούς μετώπου – κίνησης κατά της ΕΕ, των ολοκληρώσεων, της καπιταλιστικής διεθνοποίησης και της ιμπεριαλιστικής Νέας Τάξης. Αφορά, τρίτο, την ιδεολογική αντιπαράθεση –τόσο στα πλαίσια του κινήματος, όσο και συνολικά- με τις αστικές ή δήθεν «αριστερές» απόψεις περί «ευρωμονόδρομου», «προοδευτικού» ή «νομοτελειακού» χαρακτήρα της ολοκλήρωσης κ.τ.λ. Χωρίς σαφές αντι-ΕΕ περιεχόμενο δεν μπορεί να υπάρξει νέο ταξικό εργατικό κίνημα. Η αποκάλυψη των ευθυνών της ΕΕ σε κάθε οικονομικό, κλαδικό ή πολιτικό αγώνα, η ξεχωριστή ιεράρχηση των αντι-ΕΕ αιτημάτων, η ιδεολογική στήριξή τους, αποτελούν ένα από τα πιο αδύνατα σημεία των νέων αγωνιστικών τάσεων. Για αυτό απαιτείται ένας αναπροσανατολισμός της προσπάθειάς μας, η υπέρβαση της γενικόλογης αντι-ΕΕ «αοριστίας», αλλά και η αξιοποίηση κατακτήσεων (π.χ., στο φοιτητικό κίνημα του 2006 – ΄07).

Παρά τις δυσκολίες, υπάρχουν νέες δυνατότητες για μια πιο αναπτυγμένη αντι-ΕΕ πάλη, λόγω της οξύτητας της οικονομικής κρίσης, της βαθύτερης αποκάλυψης του αντιδραστικού της χαρακτήρα. Η πάλη αυτή αναπτύσσεται με αντιφατικό τρόπο την τελευταία δεκαετία με το «κίνημα κατά τη παγκοσμιοποίησης», τις μεγάλες διαδηλώσεις με αφορμή τις Συνόδους Κορυφής (Νίκαια, Λισσαβόνα, Βρυξέλλες, Θεσσαλονίκη κ.τλ.) και, ειδικά, στη συγκυρία, με την οικονομική κρίση και την έκρηξη της ακρίβειας. Οι αγώνες αυτοί είχαν την αντανάκλασή τους στα «όχι» των δημοψηφισμάτων σε Γαλλία, Ολλανδία και Ιρλανδία.

Το επόμενο διάστημα θα ανοιχτούν κρίσιμα μέτωπα, στα οποία η ΕΕ παίζει καθοριστικό ρόλο:

Η εφαρμογή της οδηγίας 36/2005 για την αναγνώριση των ΚΕΣ και την διάλυση των επαγγελματικών δικαιωμάτων στην εκπαίδευση. Οι νέοι γύροι της «ελαστασφάλειας», (πράσινη Βίβλος για την εργασία, Μπόκενστάιν). Η υποστήριξη και επιβολή των ιδιωτικοποιήσεων και της «απελευθέρωσης των αγορών» (μεταφορές, ενέργεια, λιμάνια κλπ). Οι νέοι γύροι εφαρμογής της ΚΑΠ, που στοχεύει στο συγκέντρωση της γης στα χέρια του αγροτικού-βιομηχανικού κεφαλαίου. Τα αντιδραστικά μέτρα «κατά της τρομοκρατίας» που, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, όλο και διευρύνονται. Αυτοί είναι ορισμένοι από τους άξονες της επίθεσης, πάνω στο γενικό καμβά των αποφάσεων της Λισαβόνας, για την υποταγή των πάντων στις επιταγές της ανταγωνιστικότητας και της εκμετάλλευσης.

Η πάλη για να ανατραπεί η εφαρμογή των μέτρων αυτών και των αντίστοιχων οδηγιών της ΕΕ, τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο, πρέπει να γίνει ουσιαστικό στοιχείο του εργατικού, λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος.

 

Δ.5. Πρωτοβουλία κατά της ΕΕ, της «παγκοσμιοποίησης» και της Νέας Τάξης

 

Το ΝΑΡ προτείνει τη συγκρότηση μιας αντικαπιταλιστικής – αντιιμπεριαλιστικής διεθνιστικής Πρωτοβουλίας (ή Κίνησης) κατά της ΕΕ, της καπιταλιστικής διεθνοποίησης και της ιμπεριαλιστικής Νέας Τάξης, ως συμβολή στην ανάπτυξη αγώνων με αντι-ΕΕ προσανατολισμό από το εργατικό και μαζικό λαϊκό κίνημα. Με σχήματα, εργατικές συσπειρώσεις ή τμήματά τους, με ανένταχτους αγωνιστές και με τη στήριξη από τις πολιτικές δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής – αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς. Με διαδικασίες συνελεύσεων βάσης και κίνηση προς αιρετούς – ανακλητούς εκπροσώπους. Το στίγμα της θα πρέπει να είναι: α) Ανατρεπτικό, με βασικό την απόκρουση-ανατροπή της επίθεσης, από τη σκοπιά των εργατικών αναγκών και αντικαπιταλισμού. β)  Με συνολικό αντικαπιταλιστικό-διεθνιστικό όχι στην ΕΕ (όχι μόνο κατά συνεπειών, θέση ότι δεν μεταρρυθμίζεται), με στόχο το «έξω από τις δεσμεύσεις της ΕΕ», με ορίζοντα την έξοδο – ανατροπή – διάλυση της ΕΕ και προοπτική μια εργατική διεθνοποίηση έξω από τα πλαίσια του κεφαλαίου. γ) Αντιιμπεριαλιστικό, κατά του πολέμου, του ρόλου της ΕΕ, ενάντια σε ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, G8. δ) Αντικυβερνητικό και αντιδικομματικό, κόντρα σε ΝΔ, ΠΑΣΟΚ. ε) Κινηματικό, το μοναδικό που μπορεί να εκφράσει το «16», αγρότες, μεταλλαγμένα, ευρωσύνταγμα, πράσινη βίβλος, αντιρατσισμό, Μπολκενστάιν, κατά λιτότητας και ασφαλιστικού κ.λπ.  στ) Σε διάκριση και με αυτοτέλεια από τις μετωπικές ανάλογες κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, προωθώντας, όμως, την κοινή δράση αρχών με αυτές Δεν συμφωνούμε με μια κίνηση που θα διαχέεται με τις κινήσεις των κομμάτων της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Η πρόταση αυτή, εντάσσεται στη λογική μας για συγκέντρωση πρωτοπόρων δυνάμεων στα διάφορα μέτωπα, έχει σχετικά αυτοτελή χαρακτήρα από τον πόλο και από την εκλογική μας πρόταση, παρότι διευκολύνει τη γενικότερη προώθησή τους. Συνεπώς, απευθύνεται και επιδιώκει τη συμμετοχή δυνάμεων ανεξάρτητα από τη εκλογική τους στάση, την οποία δεν θέτει ως προϋπόθεση. 

 

Ε. Η ΕΙΔΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΝΑΡ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ

 

Ε.1. Η σύνδεση με τα γενικά καθήκοντα και ο εκλογικός στόχος

 

Ε.1.1. Στη βάση των εκτιμήσεων και της περιγραφής για τη γενικότερη καμπή που διανύουμε, για τη διάταξη των πολιτικών κομμάτων και δυνάμεων, για το χαρακτήρα και τη σημασία της μάχης των ευρωεκλογών, για τη γενικότερη πολιτική γραμμή και το σχέδιο του ΝΑΡ, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καλούμαστε να διαμορφώσουμε την ειδική εκλογική τακτική μας. Εδώ, πρέπει να θυμίσουμε την εκτίμηση της ΠΕ για τις βουλευτικές εκλογές ότι η αυτονόμηση και η καθυστέρηση στην εκπόνηση μιας ειδικής εκλογικής τακτικής για αυτές μας έφερε σε θέση αδυναμίας.  Για αυτό, παρά την καθυστέρηση, επιχειρούμε, πιο έγκαιρα από άλλες φορές, να συνδέσουμε την προώθηση των γενικότερων καθηκόντων μας με τη συγκεκριμένη εκλογική τακτική για τις ευρωεκλογές.

Η πολιτική τακτική μας στο μέτωπο κατά της ΕΕ και η ειδική εκλογική τακτική στη μάχη των ευρωεκλογών δεν καθορίζονται από την παρέμβασή μας σε αυτά και μόνο τα πεδία. Η ιδιαίτερη πολιτική στο μέτωπο κατά της ΕΕ και η εκλογική τακτική μας, με βάση τις πολιτικές εξελίξεις και τις μέχρι τώρα αποφάσεις μας, κρίνονται και από πηγάζουν από τα γενικότερα καθήκοντα η προώθηση των οποίων δημιουργεί ή όχι το ευνοϊκό περιβάλλον, το έδαφος για ένα θετικό εκλογικό αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή μιας μάχιμης εκλογικής τακτικής συνδέεται με τα αναγκαία πολιτικά και πρακτικά βήματα για: α) Την προώθηση της πρότασής μας για ένα ανασυγκροτημένο, νέο ταξικό εργατικό και μαζικό κίνημα, για ένα πολιτικό μαζικό κίνημα συνολικής αντίστασης, ρήξης και ανατροπής της επίθεσης κεφαλαίου, ΕΕ, κυβερνήσεων, (πολιτικοποιημένοι ενοποιημένοι αγώνες, ανασυγκρότηση συνδικάτων, ανεξάρτητα κέντρα αγώνα, ενδυνάμωση της ταξικής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας, δημιουργία Κίνησης του ΝΕΚ. β) Την ποιοτική, πολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση του ΜΕΡΑ, την ενίσχυση της στρατηγικής κομμουνιστικής αναγέννησης, του μετασχηματισμού και της μετονομασίας του, της συσπείρωσης και άλλων δυνάμεων και της αυτοτελούς παρέμβασής του, ως βασικό μέτρο συμβολής στην υπόθεση του πόλου. γ) Την ενίσχυση της αυτοτελούς θεωρητικής και πολιτικής παρέμβασης του ΝΑΡ και της νΚΑ, ενίσχυσης και βελτίωσης του ΠΡΙΝ και συμβολής σε μια συσπείρωση, σε ένα βήμα διαλόγου των δυνάμεων της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης για την Αριστερά της εποχής μας. Η προώθηση όλων των παραπάνω αποσκοπεί στη δημιουργία ενός συνολικού κοινωνικοπολιτικού μετώπου ανατροπής της επίθεσης και των συσχετισμών, στην ενίσχυση του ρεύματος αριστερής διαμαρτυρίας και στο μετασχηματισμό του σε δύναμη απόρριψης του πολιτικού συστήματος και των αντιδραστικών ή νεο-σοσιαλδημοκρατικών σχεδίων αναμόρφωσής του, σε δύναμη συμβολής σε έναν αντικαπιταλιστικό πόλο – μέτωπο.

Ε.1.2. Η μάχη των επόμενων ευρωεκλογών, με τη σειρά της, ενταγμένη στο παραπάνω σχέδιο, αποτελεί μια ιδιαίτερη, πολυσύνθετη πρόκληση που θα επιδράσει, σε σημαντικό βαθμό, στην πορεία υλοποίησης των γενικότερων στόχων μας και στο μέλλον του ιστορικού εγχειρήματός μας. Μπροστά μας δεν τίθεται απλώς η επιδίωξη μιας εκλογικής «σταθερότητας» ή «αντοχής» του κάτω από τις πολυποίκιλες, μεγάλες πιέσεις και δυσκολίες, μπροστά στους κινδύνους που το απειλούν. Στόχος μας είναι η ευρύτερη πολιτική συσπείρωση πρωτοπόρων δυνάμεων, ώστε, με την παρέμβασή μας στη μάχη των ευρωεκλογών, να ενισχυθούν οι  δυνατότητες για τον πόλο της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, με κατεύθυνση ανατροπής της επίθεσης και στοιχεία κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Ώστε να δημιουργηθούν καλύτερες προϋποθέσεις για να πραγματοποιηθεί, μετά από αυτές, η αποφασιστική τομή που αναζητούμε στη φυσιογνωμία μας και το αποφασιστικό βήμα στην επαφή και στην αλληλεπίδραση του εγχειρήματός μας με τα πρωτοπόρα και πολιτικά αναδυόμενα τμήματα της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των αγώνων τους.

 

Ε.2. Το περιεχόμενο της εκλογικής μας πρότασης και η προώθησή της

 

Ε.2.1. Είναι φανερό ότι το πολιτικό περιεχόμενο της εκλογικής τακτικής και της ενωτικής πρότασης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το ζητούμενο μιας ενωτικής αντικαπιταλιστικής εκλογικής καθόδου θα κριθεί, κυρίως, στο κατά πόσο η πολιτική κατεύθυνση και η προγραμματική βάση της θα κινείται ουσιαστικά και θα συμβάλει πρακτικά, σε μια ενιαία λογική και σε ένα πολιτικό σχέδιο  νικηφόρων αγώνων, με ένα ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα, με προώθηση του πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς. Που θα συμβάλει από αυτή τη σκοπιά στην αναγκαία νέα ταξική αγωνιστική ενότητα και στην κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων και, επομένως θα διαφοροποιείται και θα υπερβαίνει κάθε τακτική ουράς στα διάφορα «αριστερά ΠΑΣΟΚ», στον ΣΥΡΙΖΑ ή στο ΚΚΕ. Προτείνουμε, προωθούμε και επιδιώκουμε ως προγραμματική εκλογική πρόταση ένα περιεχόμενο πολιτικής γραμμής και φυσιογνωμικών στρατηγικών χαρακτηριστικών που, κατά τη γνώμη μας, είναι αναγκαίο για την ανασυγκρότηση, την αντεπίθεση και τη νικηφόρα πορεία του εργατικού κινήματος, για την ανατροπή της αντεργατικής επίθεσης, αλλά και αναγκαίο για την εκλογική επιτυχία. Με την έννοια αυτή, είναι βαθιά ενωτικό γιατί αναδεικνύει τις ανάγκες των εργαζομένων και των αγώνων τους και επιχειρεί να υπερβαίνει τις μικροτακτικές τεχνητών διαχωρισμών ή της ενωτικής δημαγωγίας. Στην κατεύθυνση αυτή, το περιεχόμενο της εκλογικής πολιτικής παρέμβασής μας πρέπει να αναδεικνύει μια συνολική πολιτική λογική, που θα σφραγίζεται συγκεκριμένα από τα εξής:

Ε.2.2. α) Συνολική αντίσταση, ρήξη και ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου, της νεοαντιδραστικής κοινωνικής και πολιτικής αναδιάρθρωσης, ήττα και ανατροπή της κυβέρνησης Καραμανλή, αποκάλυψη και καταδίκη της σοσιαλφιλελεύθερης πολιτικής και του «δημοκρατικού μετώπου» του ΠΑΣΟΚ, ριζική αντίθεση σε κάθε είδους κεντροαριστερές κυβερνήσεις και συνεργασίες και με τα νεο-σοσιαλδημοκρατικά σχέδια τμημάτων του ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ. Η ανάδειξη στο περιεχόμενο του εκλογικού – πολιτικού προγράμματος της αντικαπιταλιστικής πλατφόρμας και πρακτικής σε αυτοτέλεια και διάκριση με το «αντινεοφιλελεύθερο» και «αντιμονοπωλιακό» περιεχόμενο των  ΣΥΝ και ΚΚΕ και με υπέρβαση της τακτικής του «συνεχούς», αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να μπορεί η αντικαπιταλιστική Αριστερά να συμβάλει σε μια νέα ταξική αγωνιστική ενότητα και στην κοινή δράση της Αριστεράς μέσα στο μαζικό κίνημα και για μια αποτελεσματική ενωτική πολιτική. β) Συνολική σύγκρουση με την καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση», με την ΕΕ και τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, τους πολέμους και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τους παγκόσμιους οργανισμούς του κεφαλαίου (ΝΑΤΟ, ΠΟΕ, ΔΝΤ κ.τ.λ.). Ανυπακοή και απειθαρχία στις ευρωπαϊκές οδηγίες. Αντίσταση, ρήξη με την ΕΕ και ανατροπή των πολιτικών της. Καμιά συμμετοχή στους κατασταλτικούς και στρατιωτικούς μηχανισμούς της. Αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ, ανατροπή και διάλυσή της από τη σκοπιά μιας νέας εργατικής διεθνοποίησης στην Ευρώπη και τον κόσμο. Διεθνιστική αλληλεγγύη και κοινή αντικαπιταλιστική-αντιϊμπεριαλιστική πάλη των λαών, με αυτοτέλεια και σε αντίθεση τόσο με τις δυνάμεις εκείνες  που προωθούν έναν  φίλο-ΕΕ «αντιαμερικανισμό» όσο και  από πρωτοβουλίες και μηχανισμούς της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αγώνας για ρήξεις και απεγκλωβισμό της χώρας από κάθε είδους «δίκτυα διαπλοκής» με το διεθνές σύστημα του κεφαλαίου, ως μια κρίσιμη προϋπόθεση για να μεγαλώνουν οι δυνατότητες για την αντικαπιταλιστική επανάσταση στη χώρα μας. Το ΝΑΡ πιστεύει, ότι η θέση για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση από εργατική, αντικαπιταλιστική και διεθνιστική σκοπιά, ειδικά με βάση τις εξελίξεις στην ΕΕ, την αμφισβήτηση και τις εργατικές – λαϊκές αντιστάσεις κατά της ΕΕ, είναι αναγκαία και πρέπει να σφραγίζει το πρόγραμμα και τη φυσιογνωμία του εκλογικού μετώπου. Γιατί δυναμώνει την ανυπακοή και την απειθαρχία, δίνει προοπτική, αποτρέπει την ενσωμάτωσή τους από αστικές, εθνικιστικές ή κοσμοπολίτικες τάσεις. Εξάλλου, είναι και θέση βασικών δυνάμεων στις οποίες απευθυνόμαστε. Ταυτόχρονα, καλούμε να συμμετέχουν δυνάμεις και αγωνιστές που θεωρούν ότι η ΕΕ δεν μετασχηματίζεται και δεν μεταρρυθμίζεται σε όφελος των εργαζόμενων, που προσεγγίζουν την αντικαπιταλιστική διεθνιστική ανατροπή και κατάργηση της ΕΕ από άλλους δρόμους. γ) Ριζική ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού και μαζικού κινήματος στο περιεχόμενο, τις μορφές πάλης και τις δομές συγκρότησης του σε διάκριση και αντιπαράθεση με την αστική πολιτική της ΓΣΕΕ και τη ρεφορμιστική του ΠΑΜΕ. Νέα αγωνιστική ταξική ενότητα για να αποφασιστικούς και νικηφόρους αγώνες. Βήματα στην αυτοτελή συγκρότηση αγωνιστικής τάσης, αντικαπιταλιστικής πτέρυγας και σχημάτων. δ) Σύνδεση και προβολή του επαναστατικού δρόμου και της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής προοπτικής (βλ. πρόταση ΜΕΡΑ). ε) Για τη δημιουργία μιας άλλης Αριστεράς, για την προώθηση ενός ανεξάρτητου πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς σε διάκριση, αντιπαράθεση αλλά και κοινή δράση με τις δυνάμεις και τα μέτωπα του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, κτλ. Να συμβάλει στην κατεύθυνση αυτή σε όλα τα επίπεδα στο κίνημα, στα μέτωπα – σχήματα. Ξεχωριστή σημασία αποκτά μια αυτοτελής κοινή εκλογική κάθοδος της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στις νομαρχιακές – δημοτικές εκλογές, που θα γίνουν το 2010 με βάση τον «Καποδίστρια 2» και θα θέσουν σε μεγάλη δοκιμασία την «εκτός των τειχών Αριστερά», αλλά και ολόκληρη την Αριστερά.

Ως ΝΑΡ δεν επιμένουμε σε «στενά κομματικές» τοποθετήσεις και διατυπώσεις για την πολιτική τακτική, για παράδειγμα, την μαχητική εργατική αντιπολίτευση, το ΑΕΜ, το Νέο Εργατικό Κίνημα. Το προτεινόμενο περιεχόμενο δεν είναι ούτε «μάξιμουμ» ούτε «μίνιμουμ», αλλά αναγκαίο για την περίοδο και για την εκλογική επιτυχία. Ως ΝΑΡ θα επιδιώξουμε τη συνδιαμόρφωση του πολιτικού προγράμματος μαζί με τους αριστερούς αγωνιστές και τις άλλες δυνάμεις στις οποίες απευθυνόμαστε, με την πεποίθηση ότι, χωρίς μια τέτοια φυσιογνωμία και γραμμή στο πολιτικό περιεχόμενο, δεν μπορεί να έχει προοπτική και επιτυχία η αναγκαία, ευρύτερη εκλογική κάθοδος, ούτε να πραγματοποιηθούν βήματα για ένα αυτοτελές, πειστικό και νικηφόρο ρεύμα της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς.

Το προτεινόμενο περιεχόμενο επιχειρεί να αξιοποιεί και να αναπτύσσει, σε μια ενιαία λογική το κεκτημένο των ενωτικών πρωτοβουλιών στο μαζικό κίνημα (ΕΚΑ, Συντονισμός Σωματείων, ΕΑΑΚ), σε μετωπικές πρωτοβουλίες (ΔΡΑΣΕ, Πρωτοβουλία Αγώνα) και σε πολιτικό επίπεδο (Πρωτοβουλία Διαλόγου για τον Πόλο της Αντικαπιταλιστικής Επαναστατικής Αριστεράς). Τα πιο κρίσιμα στοιχεία έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς σε πολιτικές πρωτοβουλίες και κείμενα που έχει υπογράψει σημαντικό μέρος των δυνάμεων που απευθυνόμαστε ως κρίσιμα στοιχεία ταυτότητας και φυσιογνωμίας για την παρέμβαση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Και είναι πολύ περισσότερο αναγκαία σήμερα που εντείνονται οι πιέσεις από τα ρεφορμιστικά και διαχειριστικά σχέδια.

Ε.2.3. Στη βάση όλων των παραπάνω, προτείνουμε, προωθούμε και επιδιώκουμε τη συγκρότηση ενός όσο το δυνατόν πλατύτερου ενωτικού ψηφοδελτίου της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Ενός ψηφοδελτίου που θα έχει το χαρακτήρα εκλογικής, μετωπικής συμμαχίας και συνεργασίας πολιτικών οργανώσεων, ομάδων, ρευμάτων και ανένταχτων αγωνιστών με συνεκτικό πρόγραμμα και προοπτική συνέχισης. Η πρότασή μας επιδιώκει να πραγματοποιηθεί ένα βήμα στην κατεύθυνση του πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς και εντάσσεται σε αυτήν. Από αυτή τη σκοπιά, διαφωνούμε με προτάσεις για την επιδίωξη μιας «παναριστερής» εκλογικής συνεργασίας με το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ, ή με έναν από τους δυο ξεχωριστά, γιατί οι φυσιογνωμικές, προγραμματικές και πολιτικές διαφορές των δυνάμεων που καλούνται να την πραγματοποιήσουν είναι βαθύτατες. Ταυτόχρονα, η πρότασή μας δεν είναι ένα ψηφοδέλτιο της «εξωκοινοβουλευτικής παναριστεράς», γιατί είναι πρόταση μετωπικής προγραμματικής συμμαχίας και όχι συνάντηση σημείων, ούτε εκλογική λίστα «μιας χρήσης», αλλά με σαφή δέσμευση για συνέχιση. Κινείται σε μετωπική λογική και δεν είναι άθροισμα οργανώσεων. Προσβλέπουμε στην καθοριστική συμβολή του ΝΑΡ και του ΜΕΡΑ στη συγκρότηση, στο περιεχόμενο και τη σύνθεσή του, το οποίο πρέπει να διατηρήσει την αυτοτέλεια και τη δράση του.

Ε.2.3. Το ΝΑΡ θα πραγματοποιήσει μεγάλη, πολύμορφη εξόρμηση παρουσίασης και συζήτησης της πρότασής του με τους αγωνιστές και τη βάση της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς, τη βάση γενικά της Αριστεράς και τους εργαζόμενους. Θα πραγματοποιήσει ειδικές εκδηλώσεις θεωρητικής συζήτησης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα συμβάλει στην ενεργοποίηση του αντικαπιταλιστικού δυναμικού των αγώνων, των σχημάτων και των μετώπων. Η αυτοτελής παρέμβαση του ΝΑΡ αποτελεί την καθοριστική προϋπόθεση για την ευρύτερη εκλογική συσπείρωση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, στη βάση της πολιτικής – εκλογικής πρότασης που προαναφέραμε, ευρύτερων πρωτοπόρων δυνάμεων των εργατικών και νεολαιίστικων αγώνων, του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού δυναμικού των σχημάτων  και των κινήσεων, σε συνδυασμό με πρωτοβουλίες διαλόγου – παρέμβασης στις ευρύτερες διεργασίες στην Αριστερά, κοινοβουλευτική και μη, για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση και την Αριστερά της εποχής μας. Αποφασιστικά στοιχεία για την επιτυχία της εκλογικής τακτικής μας αποτελούν η ενίσχυση των τάσεων διαφοροποίησης στη βάση της ρεφορμιστικής Αριστεράς στην κατεύθυνση του πόλου και η αναδιάταξη του καθηλωμένου, κατακερματισμένου και αδιέξοδου σκηνικού της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Ε.2.4. Το ΝΑΡ στηρίζεται και θα στηρίξει την αυτοτέλεια και ανάπτυξη του ΜΕΡΑ. Γιατί είναι η πιο προωθημένη κατάκτηση της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς στα προηγούμενα δύσκολα χρόνια. Το ΜΕΡΑ συνέβαλε με τις θέσεις, τις επεξεργασίες και τη δράση του σε μια αντίσταση στον εκφυλισμό της Αριστεράς, συνέβαλε στην αναζήτηση των προϋποθέσεων για μια κομμουνιστική επανεξόρμηση, αλλά και σε μεγάλους αγώνες των εργαζόμενων και της νεολαίας, παρά τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις του. Με το παράδειγμα της μακρόχρονης προγραμματικής συνεργασίας διαφορετικών αντικαπιταλιστικών και κομμουνιστικών ρευμάτων, έδωσε και δίνει πολύτιμα δείγματα ενωτικής μετωπικής κουλτούρας επιδρώντας σε όλη την Αριστερά. Στις σημερινές συνθήκες, όχι μόνο είναι αναγκαία η συνέχιση της αυτοτελούς ύπαρξης και της δράσης του, αλλά χρειάζεται και να βαθύνει την αντικαπιταλιστική πολιτική γραμμή του, να δυναμώσει την προγραμματική φυσιογνωμία του, να διευρυνθεί και με άλλες δυνάμεις, να οργανώσει τη δημοκρατική ζωή και λειτουργία του. Να μετασχηματισθεί σε ένα μέτωπο των δυνάμεων επανάστασης, ρήξης και ανατροπής της επίθεσης και της αστικής κυριαρχίας με φυσιογνωμία κομμουνιστικής αναγέννησης και, στα πλαίσια αυτά να δει και τη μετονομασία του. Το ΜΕΡΑ αποτελεί την κύρια δύναμη συμβολής στη μετωπική προγραμματική κάθοδο στις ευρωεκλογές, όσο και, κυρίως, στη δημιουργία του πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς με κατεύθυνση κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και η δημιουργία του αποτελεί τον όρο για την υπέρβασή του. Το ΝΑΡ θα προτείνει στο ΜΕΡΑ, μετά από διμερείς συναντήσεις με τις συνιστώσες του, μια διαδικασία συζήτησης και αποφάσεων για: α) τη γενικότερη πολιτική τακτική και φυσιογνωμία του στη σημερινή περίοδο και καμπή, β) για το περιεχόμενο και τις μορφές της πάλης κατά της ΕΕ, γ) για την ειδική εκλογική τακτική, δ) για την πολιτική, προγραμματική οργανωτική ανασυγκρότηση και μετονομασία του, ε) την πολιτική εξόρμηση με τις θέσεις του.

Ε.2.5. Παράλληλα, το ΝΑΡ θα συζητήσει τα τρία πρώτα θέματα, μέσα από διμερείς επαφές, με τις άλλες οργανώσεις, δυνάμεις, ομάδες και αγωνιστές της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής και μη ενσωματωμένης Αριστεράς.

 

Ε.3. Οι εκλογές και η ενωτική τακτική του ΝΑΡ

 

Ε.3.1. Για την προώθηση της πρότασης αυτής θα πρέπει με πιο συστηματικό τρόπο να μελετήσουμε και να πάρουμε υπόψη ότι στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς διαμορφώνονται τέσσερα βασικά «πολιτικά σχέδια – ρεύματα»: α) Η πρόταση αντικαπιταλιστικού προγράμματος –πόλου της επαναστατικής αριστεράς που προωθείται από τις δυνάμεις του ΝΑΡ και του ΜΕΡΑ. β) Η λογική που κυριαρχεί στην ΕΝΑΝΤΙΑ, η οποία τείνει προς μια αντικαπιταλιστική κατεύθυνση με σοβαρές αντιφάσεις και με εντεινόμενη την επίδραση από την πρακτική του «αντινεοφιλελεύθερου μετώπου» του ΣΥΡΙΖΑ. γ) Η λογική των «μ-λ» δυνάμεων για αντίσταση χωρίς προοπτική, με αυτόκεντρη κομματική ανάπτυξη και κοινή αριστερή δράση χωρίς αρχές και σχέδιο. δ) Το ευρύτερο αντιφατικό ρεύμα του κινηματισμού, που θεωρεί ότι η πολιτική παρέμβαση δεν είναι εφικτή (ή και επιθυμητή) και μένει καθηλωμένο στα μέτωπα «του χώρου».

Ε.3.2. Η ευθύνη του ΝΑΡ, των δυνάμεων της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και του ΜΕΡΑ, είναι να συνδυάζουν δημιουργικά στην τακτική τους την ενότητα και την πολιτική αντιπαράθεση έτσι ώστε να συσπειρώνονται δυνάμεις στην προοπτική του πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς. Να αναπτύξουν μια καινοτόμα, αποφασιστική και ενωτική παρέμβαση ώστε να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες και κυρίως να δημιουργηθούν οι αναγκαίες πολιτικές προϋποθέσεις και συσχετισμοί προκειμένου, όλες αυτές οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δυνάμεις και αγωνιστές, να γίνουν αποδέκτες και να μετατραπούν σε δυνάμει συνιστώσες μιας πρότασης για μια μετωπική κινηματική, πολιτική και εκλογική παρέμβαση της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη συνολική αντίσταση, της ρήξη και την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου. Η κατάκτηση της πολιτικής και προγραμματικής ηγεμονίας υπέρ αυτής της γραμμής περνά μέσα από τη συσπείρωση και μετωπική ενότητα δυνάμεων μετασχηματίζοντας τις ταλαντευόμενες τάσεις και επιτρέποντας βήματα προς την κατεύθυνση του πόλου και από άλλες δυνάμεις. Η ενωτική λογική, το διαρκές και συγκεκριμένο μετωπικό κάλεσμα στη βάση αρχών, διευκολύνει τις ανακατατάξεις. Δεν περνά ούτε μέσα από μια αφηρημένη σύνθεση και γενικόλογη ενότητα των τεσσάρων ρευμάτων ή από μια συνάντηση στο μέσο όρο τους, ούτε από έναν «κομματικό εμφύλιο» και μια μάχη αυτοεπιβεβαίωσης στον εξωκοινοβουλευτικό μικρόκοσμο.

Ε.3.3. Η ενωτική πολιτική, με βάση της νέες εξελίξεις, αποκτά μετά το περιεχόμενο, κεφαλαιώδη σημασία για μια επιτυχία στις ευρωεκλογές. Το γεγονός ότι δεν έγινε κατορθωτή μια ευρύτερη αντικαπιταλιστική  συσπείρωση στις βουλευτικές εκλογές, απεναντίας, υπήρξε περαιτέρω διάσπαση δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, δεν επέτρεψε μια εκλογική – πολιτική επιτυχία βασικών εκφράσεών της και άφησε μεγαλύτερο «χώρο» παρέμβασης και εκλογικής –πολιτικής μετατόπισης αγωνιστών και ψηφοφόρων προς τη ρεφορμιστική Αριστερά. Το ΝΑΡ έχει τις δικές του ευθύνες, κυρίως όσον αφορά την αδυναμία να πείσει ευρύτερες δυνάμεις για την αναγκαιότητα του περιεχομένου που πρόβαλε το ΜΕΡΑ, το ότι δεν κατάφερε να διαμορφώσει μια κουλτούρα συναγωνιστικής, ενωτικής, μετωπικής προσέγγισης των διαφορών και των δυνάμεων, τη μη έγκαιρη προώθηση τις εκλογικής του πρότασης. Ευθύνες, τις οποίες αναλαμβάνει και επιχειρεί να τις υπερβεί. Πιστεύουμε ότι και οι άλλες δυνάμεις που έδειξαν πρόθεση κοινής πολιτικής εκλογικής καθόδου πρέπει να αναγνωρίσουν το δικό τους μερίδιο ευθυνών. Όσον αφορά το ΝΑΡ, στην πορεία προς τις ευρωεκλογές, απαιτείται να γίνουν βήματα στα μέτωπα πάλης και σε μια συγκεκριμένη, αναπροσαρμοσμένη, προωθητική ενωτική τακτική, που να υπερβαίνει θετικά και συσπειρωτικά: Την υποβάθμιση της σημασίας του περιεχομένου, της φυσιογνωμίας, των διαχωρισμών και της προοπτικής του ψηφοδελτίου. Τις υπαρκτές σοβαρές διαφορές που υπάρχουν και θα υπάρχουν, μέσα σε κλίμα αγωνιστικής, συντροφικής ανοιχτής συζήτησης και αντιπαράθεσης. Τις ανθενωτικές ή αυτόκεντρες ή αντι-ΝΑΡ και αντι-ΜΕΡΑ αγκυλώσεις πολλών δυνάμεων. Ωστόσο, το πρόβλημα της ενότητας της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς δεν είναι ένα απλό «εκλογικό» ζήτημα, είναι βαθύτερο και εκδηλώνεται σε κρίσιμα μέτωπα (π.χ., στο ζήτημα της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, στο ζήτημα της ΕΕ, στο σχέδιο για μια «άλλη Αριστερά»). Η συσπείρωση δυνάμεων δεν είναι ένα απλό ζήτημα κακών ή καλών «προθέσεων», εύκολων «διακηρύξεων» ή «πειθούς», αλλά ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα, μια πολυσύνθετη διαδικασία και μια μάχη που απαιτεί ενεργοποίηση και παρέμβαση του αντικαπιταλιστικού δυναμικού, καθώς και σοβαρή τροποποίηση στη διάταξη των δυνάμεων εντός της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Η ενωτική πολιτική πρόταση και το αντίστοιχο περιεχόμενο που προτείνουμε δεν θα διαμορφωθούν στατικά, αλλά στην πορεία, με βάση την αυτοτελή παρέμβαση της οργάνωσης, τις πολιτικές πρωτοβουλίες, την συσπείρωση των δυνάμεων που επιτυγχάνουμε. Οι δυνατότητες και οι δυσκολίες που θα συναντήσουμε σε αυτήν την προσπάθεια, αλλά και η πρόσφατη εμπειρία των βουλευτικών εκλογών ενισχύουν την ανάγκη να διατυπωθεί εξ αρχής η πρόταση για το προγραμματικό εκλογικό πλαίσιο, το χαρακτήρα του ψηφοδελτίου, την ενωτική τακτική και τις συγκεκριμένες δυνάμεις στις οποίες απευθυνόμαστε για την κοινή εκλογική κάθοδο. Η πρόταση αυτή θα πρέπει να αναπτυχθεί και να βαθύνει στη συζήτηση με το πρωτοπόρο αριστερό δυναμικό και τις πολιτικές οργανώσεις, σε μια ανοιχτή, δημοκρατική, συντροφική συζήτηση, που θα ανοίγει μέτωπο στα εκφυλιστικά φαινόμενα, τα παζαρέματα, τη «μυστική διπλωματία» και τους παραγοντισμούς.

 

Ε.4. Σε ποιους απευθύνεται η εκλογική μας πρόταση

 

Ε.4.1. Στη βάση όλων αυτών, το ΝΑΡ απευθύνεται, προωθεί και επιδιώκει την κοινή κάθοδο στις ευρωεκλογές με τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής και μη ενσωματωμένης Αριστεράς και τους πρωτοπόρους αγωνιστές του αντικαπιταλιστικού δυναμικού των μετώπων, των σχημάτων, κινήσεων, παρεμβάσεων, που διαχωρίζονται από ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και τις διάφορες τάσεις του ΠΑΣΟΚ. Συγκεκριμένα, απευθύνουμε και συζητούμε την πρότασή μας: Καταρχήν με όλες τις δυνάμεις του ΜΕΡΑ (ΕΕΚ, ΕΚΚΕ, Οικολόγοι Εναλλακτικοί, ΑΚΟΣ, τους ανεξάρτητους αγωνιστές του),  με την ΟΚΔΕ και φυσικά, με ανένταχτους αγωνιστές. Από εκεί και πέρα: στην ΑΡΑΝ, την ΑΡΑΣ, την ΟΚΔΕ-ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ, το ΣΕΚ, την ΕΝΑΝΤΙΑ, την ΚΟ Ανασύνταξη, την Κομμουνιστική Ανανέωση, καθώς και με ιδιαίτερο τρόπο –λόγω των δυσκολιών- με το ΚΚΕ (μ-λ), το ΜΛ-ΚΚΕ.

Ε.4.2. Εκτιμώντας την κρίσιμη σημασία και το ρόλο που μπορούν να παίξουν οι ανεξάρτητοι πρωτοπόροι αγωνιστές του αντικαπιταλιστικού αγώνα, των κινημάτων και των μετώπων και της θεωρητικής διαπάλης, απευθυνόμαστε σε αυτό το αριστερό δυναμικό, ώστε να παίξει προωθητικό ρόλο. Για αυτό πρέπει να γίνει συγκεκριμένη καταγραφή των δυνατοτήτων και των δυσκολιών ενεργοποίησής του σε κάθε χώρο, από κάθε οργάνωσή μας. Για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών διαλόγου αλλά και συμβολής, με την εκτίμηση της πραγματικής κατάστασης διαθέσεων, τάσεων, συσχετισμών, προκειμένου να καλέσουμε σε συστράτευση στην εκλογική – πολιτική παρέμβαση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Ιδιαίτερη σημασία, στο πλαίσιο αυτό, αποκτά η προσέγγιση, ο διάλογος και η συμβολή αγωνιστών της βάσης του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ που διαφοροποιούνται από την πολιτική τους.

Ε.4.3. Η ΕΝΑΝΤΙΑ έχει καταθέσει δημόσια μια πρόταση «διαμόρφωσης ενός ενωτικού αντικαπιταλιστικού ψηφοδελτίου» στις ευρωεκλογές, που απευθύνεται σε «όλους όσοι αναφέρονται στην αντικαπιταλιστική προοπτική» (παρατίθεται ολόκληρη στο Παράρτημα της Εισήγησης). Η πρότασή της είναι βελτιωμένη σε σχέση με τις αντίστοιχες προτάσεις για τις βουλευτικές εκλογές και εμπεριέχει θετικά στοιχεία: Υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο ψηφοδέλτιο «μπορεί να είναι το πρώτο βήμα για την συγκρότηση μιας άλλης αριστεράς», «να συμβάλει στην οικοδόμηση μιας αριστεράς που να μην είναι ‘σημαία ευκαιρίας’ του συστήματος, αλλά δύναμη αντίστασης και ανατροπής». Προτείνει μια Αριστερά «μάχιμη δύναμη κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης, που να λέει όχι σε κάθε εκδοχή κυβερνητικής διαχείρισης, ‘κεντροαριστερών σεναρίων’, ‘κυβερνήσεων της Αριστεράς’». Μια Αριστερά «που να συμβάλλει στη νίκη των αγώνων και την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής» και «για την επαναστατική ανατροπή, την αντικαπιταλιστική προοπτική, την κοινωνική χειραφέτηση». Ωστόσο, είναι ακόμη ανεπαρκής για μια συνεκτική, μετωπική, πολιτική και εκλογική συμμαχία με αξιώσεις, την οποία εμείς επιδιώκουμε. Εξαιρετικά αδύναμη είναι η σύνδεση και πολιτική προοπτική των αγώνων, το γενικό πολιτικό σχέδιο, η αντιφατική και μη σαφής εκτίμηση για τη ΓΣΕΕ, το ΠΑΜΕ και την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού – λαϊκού κινήματος, η αυτοτέλεια στο μαζικό κίνημα από τα μέτωπα ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ (ως προϋπόθεση για την κοινή δράση), η εντελώς γενικόλογη επαναστατική και κυρίως η σοσιαλιστική – κομμουνιστική προοπτική. Στο ζήτημα της ΕΕ περιορίζεται σε μια «γραμμή σύγκρουσης». Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι οι αποκλίνουσες και συχνά συγκρουόμενες πρακτικές με την ΕΝΑΝΤΙΑ και κυρίως με το ΣΕΚ (π.χ., κοινή συγκέντρωση ΕΝΑΝΤΙΑ με ΣΥΡΙΖΑ κατά της Ευρωσυνθήκης, συγκρουόμενες πρακτικές με ΣΕΚ στο αντιπολεμικό μέτωπο, με ΑΡΑΣ και ΣΕΚ στη στάση απέναντι στη ΓΣΕΕ κλπ). Το ΝΑΡ, πάντα μέσω του ΜΕΡΑ, θα επιδιώξει να αξιοποιήσει τα θετικά βήματα, να διευκρινίσει τις διαφορές, να εξαντλήσει τις δυνατότητες για μια μετωπική, πολιτική – εκλογική συμμαχία με την ΕΝΑΝΤΙΑ, στη βάση όσων έχουν παρατεθεί και με τον αναγκαίο σεβασμό και κριτική στις απόψεις της.

Ε.4.4. Εκτιμούμε ότι υπάρχουν ιδιαίτερες δυνατότητες για εκλογική – πολιτική συμμαχία με την ΟΚΔΕ και την Κομμουνιστική Ανανέωση, τις οποίες πρέπει να τις αξιοποιήσουμε από κοινού και θετικά. Αντίστοιχα, πρέπει να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που υπάρχουν με την Οργάνωση Κομμουνιστική Ανασύνταξη.

Ε.4.5. Το ΝΑΡ απευθύνει για διάλογο την πρότασή του και προς το ΚΚΕ (μ-λ) και το ΜΛ ΚΚΕ. Δεν θεωρεί προωθητική, για τις ανάγκες του εργατικού και λαϊκού κινήματος, για τη συσπείρωση πρωτοπόρων αντικαπιταλιστικών, αντιιμπεριαλιστικών και επαναστατικών κομμουνιστικών δυνάμεων, την απόρριψη κάθε μετωπικής συνεργασίας από το ΜΛ ΚΚΕ. Όπως επίσης, πιστεύουμε ότι δεν είναι σωστή η γραμμή της αποχής από τις ευρωεκλογές την οποία ακολουθεί το ΚΚΕ (μ-λ), Είναι προφανές ότι με τις δυνάμεις αυτές υπερισχύουν, σε αυτή τη φάση, οι δυσκολίες για μια πολιτική – εκλογική μετωπική συσπείρωση στις ευρωεκλογές. Ωστόσο, το ΝΑΡ και το ΜΕΡΑ μπορούν και πρέπει να έρθουν σε επαφή ειδικά με το ΚΚΕ (μ-λ), αξιοποιώντας θετικές πλευρές της πολιτικής του, για τη συμβολή του σε άλλες πολιτικές – εκλογικές μάχες στις οποίες συμμετέχει. Σε κάθε περίπτωση, και οι δυο οργανώσεις μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία μιας αντικαπιταλιστικής αντιιμπεριαλιστικής κίνησης κατά της ΕΕ, της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης.

Ε.4.6. Κοινωνοί της πολιτικής και της εκλογικής πρότασης για την πάλη κατά της ΕΕ μπορούν να γίνουν αγωνιστές και τμήματα της βάσης του ΚΚΕ, αγωνιστές, αλλά και συγκεκριμένες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, που έχουν αντιιμπεριαλιστικές θέσεις κατά της ΕΕ και δεν διατηρούν μεταρρυθμιστικές αυταπάτες, όπως η ΚΟΕ.Βέβαια, η συμμετοχή τους σε αντίστοιχα μετωπικά πολιτικά σχήματα των ΚΚΕ και ΣΥΝ αποκτά απαγορευτική διάσταση για μια συνολική πολιτική και εκλογική συνεργασία.

Ε.4.7. Με βάση το περιεχόμενο και την τακτική σε εθνικό επίπεδο, απευθυνόμαστε και σε οργανώσεις και αγωνιστές άλλων ευρωπαϊκών χωρών (π.χ. Ντίτφουρτ, Φεράντο, Γκριζολία κ.α). Η στάση μας απέναντι στην πρόταση της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας συνδυάζει την κοινή δράση σε μέτωπα για την ανατροπή της επίθεσης της ΕΕ, στο διάλογο για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση και για έναν διεθνιστικό πόλο – μέτωπο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς, αλλά η διαφορετική εκτίμησή μας για το χαρακτήρα της ΕΕ, καθώς και οι διαφορετικές θέσεις μας για αυτήν, δεν επιτρέπουν κοινή κάθοδο στις ερχόμενες ευρωεκλογές. Η διεθνιστική μας δράση κινείται σε διάκριση και αυτοτέλεια από τα διεθνή μέτωπα του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, του «κομμουνιστικού ρεφορμισμού» (π.χ., διεθνής δράση ΚΚΕ) και του αναρχοκινηματισμού.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Στο μέτωπο της ΕΕ και των ευρωεκλογών θα δώσουμε μια σκληρή, αλλά και συναρπαστική πολιτική μάχη. Στη συσπείρωση του ΝΑΡ και της νΚΑ γύρω από μια μάχιμη πολιτική γραμμή θα κριθεί το τελικό αποτέλεσμα. Μια συσπείρωση που προϋποθέτει την δημοκρατική και συλλογική συζήτηση για τη γραμμή μας σε όλες τις οργανώσεις βάσης, αλλά και τη συνειδητή προσπάθεια όσο το δυνατόν πιο ενιαίας δράσης των μελών μας. Αλλά, πάνω από όλα θα κριθεί στη συμβολή των μελών της Πολιτικής Επιτροπής με την πολιτική και οργανωτική αναβάθμιση της λειτουργίας της, με την ανασυγκρότηση της επιτροπής Πολιτικών Μετώπων η οποία πρέπει να εξασφαλίζει τη συλλογική και αποτελεσματική εφαρμογή των κατευθύνσεων της ΠΕ. Μεγάλης σπουδαιότητας για την επιτυχία είναι να δώσουμε τη μάχη με έναν πολιτισμό εργατικής αλληλεγγύης.

 

Η Πολιτική Επιτροπή του ΝΑΡ

Ιούλης 2008

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: