Όταν, υπό το βάρος κινηματικών αντιδράσεων και δημοψηφισμάτων με αρνητικά αποτελέσματα, ματαιώθηκε η θέσπιση του Ευρωσυντάγματος, κανείς δεν πίστεψε ότι το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο θα αποδεχόταν ως οριστική την ήττα.
Της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΛΕΓΑΚΗ
Σήμερα, τρία χρόνια μετά, η «Μεταρρυθμιστική ή Τροποποιητική Συνθήκη» εισάγεται σε λίγες ημέρες στην ολομέλεια της ελληνικής βουλής, και, όπως αναμενόταν, «…οι ρυθμίσεις…ανταποκρίνονται κατά κανόνα στις καινοτομίες που εισήγαγε η Συνταγματική Συνθήκη, με ορισμένες εξαιρέσεις που απηχούν, την πρόθεση των συντακτών της Διακυβερνητικής Διάσκεψης να τροποποιηθεί η ορολογία συνταγματικού χαρακτήρα …χωρίς να προδίδεται η ουσία των συμφωνηθέντων με τη Συνταγματική Συνθήκη, κατά τρόπο που διαφυλάσσει τις βασικές ρυθμίσεις της…»(από την αιτιολογική έκθεση του ελληνικού νομοσχεδίου).
Δεδομένου του στρατηγικού χαρακτήρα των «καινοτομιών» για το κεφάλαιο, οι οποίες είναι δυνατόν να υπηρετηθούν μόνο από συντακτικού χαρακτήρα συνθήκη, επελέγη η τροποποίηση των δύο προγενέστερων ιδρυτικών συνθηκών, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας, οι οποίες έχουν από τη φύση τους συντακτικό χαρακτήρα, αφού αποτελούν τις καταστατικές συνθήκες του σημερινού υπερεθνικού σχήματος της Ε.Ε.
Με τον τρόπο αυτό, αλλά και με την προσάρτηση δυσεύρετων πρωτοκόλλων, σύγχρονων και παλαιότερων, επιτυγχάνεται, μεταξύ άλλων, και η χαοτική διασπορά κρίσιμων ρυθμίσεων, ανάμεσα σε τροποποιήσεις επί τροποποιήσεων φαινομενικά ασήμαντων όρων, πρωτόκολλα και δηλώσεις, που δύσκολα μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει.
Η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, διατηρεί τους κεντρικούς πυλώνες του Ευρωσυντάγματος (αγορά, πόλεμος, τρομοκρατία), καταγράφει όμως, τόσο την λήψη υπόψη των αντιδράσεων που προηγήθηκαν (είτε από αριστερές είτε από συντηρητικές θέσεις) όσο και μεταβολές στη μεσοπρόθεσμη τουλάχιστον τακτική του ευρωπαϊκού κεφαλαίου για την επίτευξη του κεφαλαιώδους στόχου του ανταγωνισμού με τις Η.Π.Α. στο διεθνές καπιταλιστικό πεδίο.
Έτσι, καταγράφεται σαφής υποχώρηση στα πεδία της πολιτειακής συγκρότησης και της ολοκλήρωσης – παρότι θεσπίζεται η νομική προσωπικότητα της Ένωσης. Ενσωματώνεται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, μαζί με τις στρατιωτικές επεμβάσεις για την πρόληψη τρομοκρατικών απειλών, την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κ.ά. Η αγορά και ο ακραίος ανταγωνισμός, εξακολουθούν να αποτελούν θεμελιακές αρχές της Ένωσης, λείπει όμως ο λεπτομερής καθορισμός του εργαζομένου – μονάδα παραγωγής κέρδους, που περιγραφόταν στο ευρωσύνταγμα.
Τέλος, καταγράφεται πρωταρχικής σπουδαιότητας – δυσανάλογα σε σχέση με τους άλλους δύο πυλώνες –το σκέλος της διεθνούς δράσης της Ε.Ε., τόσο σε πολιτικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο. Η επιχειρησιακή αυτονομία διατυμπανίζεται, ενώ η ρήτρα συνεργασίας με το ΝΑΤΟ, αφορά τα εθνικά κράτη και όχι την Ένωση…
ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΘΗΚΗ:
ΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ Ε.Ε.
Η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη ενοποιεί σε ένα κείμενο την Συνθήκη της Ε.Ε. και τη Συνθήκη περί ίδρυσης της ευρωπαϊκής Κοινότητας – την οποία μετονομάζει σε Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ε.Ε.- κατά τρόπον ώστε η πρώτη περιλαμβάνει τις βασικές συστατικές αρχές και θεσμούς της Ένωσης, με βάση τις οποίες διαμορφώνονται οι κανόνες λειτουργίας και πολιτικές που αποτυπώνονται στη δεύτερη.
Στον 1ο τίτλο της Συνθήκης της Ε.Ε., κατοχυρώνεται κατά τρόπο αδιαπραγμάτευτο, η νομική προσωπικότητα της Ε.Ε. Οι στόχοι της βιώσιμης ανάπτυξης με βάση το πρότυπο της άκρως ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς, της προώθησης των αξιών και συμφερόντων της Ένωσης στις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο, παραμένουν στη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη.
Η πρώτη κεντρική διαφοροποίηση σε σχέση με το ευρωσύνταγμα, αφορά την σχέση εθνικού και διεθνούς δικαίου και την οπισθοδρόμηση της διαδικασίας πολιτικής ολοκλήρωσης. Έτσι, καταγράφεται τεκμήριο αρμοδιότητας των εθνικών κρατών για κάθε θέμα που δεν έχει ειδικώς απονεμηθεί στην Ένωση, ενώ οι αρμοδιότητες της Ένωσης διέπονται αυστηρά από την αρχή της «δοτής (από τα εθνικά κράτη) αρμοδιότητας», σύμφωνα με την οποία η Ένωση ενεργεί μόνο εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη, για την επίτευξη των καθορισμένων στόχων. Οι προβλεπόμενες αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, περιορίζουν την αρμοδιότητα της Ένωσης (όταν αυτή δεν έχει καθοριστεί αποκλειστική) σε παρεμβάσεις συμπληρωματικές της δράσης των κρατών μελών. Δεδομένης δε της νομικής προσωπικότητας της Ένωσης, καθορίζονται αρχές καλόπιστης συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού, μεταξύ Ένωσης και κρατών μελών.
Παράλληλα όμως, τα εθνικά κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και να απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης.
Ήταν ρητή η εντολή της Διακυβερνητικής Διάσκεψης για την ανατροπή της αρχής υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών-μελών, η οποία ήταν σαφής στο Ευρωσύνταγμα, αλλά και στις περισσότερες μέχρι σήμερα συνθήκες, μια που αυτή η σχέση υπεροχής του ευρωπαϊκού, διευκόλυνε την ανάλογη προσαρμογή του εσωτερικού, μέσω ενός πολιτικού αυτοματισμού που διασφάλιζε ταχύτατες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις χωρίς πολιτικό κόστος για τις εθνικές κυβερνήσεις. Σήμερα, το ευρωπαϊκό κεφάλαιο φέρνει ξανά στο προσκήνιο το εθνικό κράτος και το εσωτερικό του δίκαιο, φαινομενικά για να ικανοποιήσει τις ενστάσεις των υπερασπιστών της «εθνικής κυριαρχίας». Στην πραγματικότητα, πρωτίστως, στις σημερινές συνθήκες και με βάση τις ανανεωμένες βλέψεις του, το ευρωπαϊκό κεφάλαιο ρίχνει το βάρος στην αλληλοδιαπλεκόμενη ταυτόχρονη δράση εθνικού κράτους και διεθνούς ιμπεριαλιστικού κέντρου για την πραγματοποίηση άλματος στο διεθνή ανταγωνισμό, μέσω της μεγέθυνσης της πολιτικής και στρατιωτικής επιθετικότητάς του, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη διαδικασία αυτή το εθνικό κράτος δεν ακολουθεί, πρωταγωνιστεί, μαζί με το ιμπεριαλιστικό κέντρο.
Οι «ενισχυμένες συνεργασίες», που προβλέπονται ήδη από το κείμενο αρχών της Συνθήκης, αποτυπώνουν ευκρινώς το καπιταλιστικό πλέγμα εντός της συγκεκριμένης ολοκλήρωσης, με τα, πιο ανεπτυγμένα καπιταλιστικά, εθνικά κράτη να συγκροτούν ομάδες αυτόνομης οικονομικής ή στρατιωτικής δράσης και επέμβασης στο εσωτερικό ή το εξωτερικό της ΄Ενωσης, με συνακόλουθα αποτελέσματα, αφ’ ενός οικονομικά, γεωστρατηγικά και πολιτικά κέρδη για τις αστικές τους τάξεις, αφ’ ετέρου τη δυνατότητα να επιδρούν, στην πράξη καθοριστικά, στη διαμόρφωση πολιτικών δεδομένων για την ίδια την Ένωση στο σύνολό της. Χαρακτηριστικά δε, στην εν λόγω συνθήκη, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, ενισχυμένες συνεργασίες και για την επιτάχυνση της ολοκλήρωσης.
Όταν όμως πρόκειται για διεθνή πολιτική και στρατιωτική δράση, οι ενισχυμένες συνεργασίες, ελέγχονται από τον Ύπατο Εκπρόσωπο Εξωτερικών της Ένωσης, για τη συμβατότητά τους ή μη με τους στόχους Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ).
Πρέπει να σημειωθεί κατ’ αρχάς, ότι κατόπιν ρητής εντολής της Διακυβερνητικής Διάσκεψης, οι διατάξεις περί ΚΕΠΠΑ και εξωτερικής δράσης της Ένωσης, διατηρούνται στο κείμενο αρχών της Συνθήκης Ε.Ε., και δεν μεταφέρονται στην Συνθήκη Λειτουργίας Ε.Ε., όπου προβλέπονται οι λοιπές πολιτικές της Ένωσης.
Η εξωτερική δράση της Ένωσης αναλύεται με τον πιο διεξοδικό τρόπο στην εν λόγω Συνθήκη. Διατυπώνεται με πανηγυρικό τρόπο η πρόθεση πολιτικής ηγεμονίας στην ευρύτερη γειτονιά της, διαμόρφωσης σφαιρών επιρροής της, αλλά και αναβαθμισμένου παγκόσμιου πολιτικού ρόλου. Έτσι, «η δράση της στη διεθνή σκηνή σχεδιάζεται με στόχο να προωθεί στο ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο της αρχές που έχουν εμπνεύσει τη δημιουργία την ανάπτυξη και τη διεύρυνσή της..», «αναπτύσσει προνομιακές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες, με στόχο την εγκαθίδρυση χώρου ευημερίας και καλής γειτονίας, ο οποίος θεμελιώνεται στις αξίες της Ένωσης», κ.ά. Παράλληλα, προβλέπονται πολιτικές και στρατιωτικές εξωτερικές δράσεις της Ένωσης για τη στήριξη της δημοκρατίας, της ασφάλειας, της ειρήνης, κ.ά. Για πρώτη φορά όμως διατυπώνεται τόσο πανηγυρικά η πρόθεση επέμβασης σε αναπτυσσόμενες χώρες «για την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης από οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη», «για την προώθηση της ενσωμάτωσης όλων των χωρών στην παγκόσμια οικονομία..», και βέβαια για «την προώθηση διεθνούς συστήματος που θεμελιώνεται στην ενισχυμένη πολυμερή συνεργασία και τη χρηστή παγκόσμια διακυβέρνηση»κ.ά.
Στο ίδιο πλαίσιο, η κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας, «αναπόσπαστο στοιχείο της κοινής εξωτερικής πολιτικής, εξασφαλίζει επιχειρησιακή ικανότητα βασισμένη σε στρατιωτικά ή μη, μέσα». Στο τμήμα αυτό, επαναλαμβάνονται οι προθέσεις επεμβάσεων και προληπτικών πολέμων, ενώ τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν «τα εθνικά μέσα, … στρατιωτικές και μη στρατιωτικές δυνατότητες» για την υλοποίηση της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και άμυνας της Ένωσης. Στον τομέα της πολιτικής άμυνας και ασφάλειας η «ενισχυμένη συνεργασία» έχει μόνιμο χαρακτήρα και αποτελείται από τα κράτη μέλη που πληρούν υψηλότερα κριτήρια στρατιωτικών δυνατοτήτων και είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμα να συγκροτήσουν αποστολή επέμβασης στο εξωτερικό.
Σημαντική πολιτική καινοτομία, αποτελεί η διάταξη σύμφωνα με την οποία «όταν η Ένωση έχει καθορίσει θέση ως προς συγκεκριμένο θέμα της ημερήσιας διάταξης του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., τα κράτη μέλη που είναι μέλη του, ζητούν να κληθεί ο Ύπατος εκπρόσωπος για να παρουσιάσει τη θέση της Ένωσης.». Η Συνθήκη ορκίζεται πίστη στον καταστατικό χάρτη του Ο.Η.Ε., ενώ η μοναδική μνεία στο ΝΑΤΟ αφορά την αναγνώριση της αμυντικής σημασίας του για τα κράτη μέλη που είναι μέλη του και όχι για την Ένωση.
Στο θεσμικό επίπεδο, αποφασιστικό ρόλο διατηρούν τα κράτη μέλη, αλλά και ο Ύπατος Επκπρόσωπος για θέματα εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης. Μόνο Εθνικά κράτη και ύπατος, μπορούν να λαμβάνουν σχετικές πρωτοβουλίες.
Δύο επιτροπές (Υπηρεσία εξωτερικών υποθέσεων & Επιτροπή Εξ. Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας), ένα Ταμείο Εκκίνησης (για την χρηματοδότηση των αποστολών) και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας, με αρμοδιότητες, τον προσδιορισμό των επιχειρησιακών αναγκών και την προώθηση πολεμικής τεχνολογίας (αυτοτελές όργανο της ολοκλήρωσης, ανοιχτό στον ανταγωνισμό) προωθούν την υλοποίηση της πολιτικής και στρατιωτικής επεμβατικότητας της Ενωσης στο εξωτερικό.
Η πολιτική και στρατιωτική δράση της Ε.Ε. στο εξωτερικό, η πάση θυσία επιχειρησιακή αυτονομία, αποτελεί τον πιο κεντρικό πυλώνα της Μεταρρυθμιστικής συνθήκης, πραγματική «ατμομηχανή» για το άλμα προς τα εμπρός που επιδιώκει το ευρωπαϊκό κεφάλαιο. Καθίσταται σαφές ότι στις συνθήκες του διαρκώς οξυνόμενου διεθνούς ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού και με δεδομένη την πρώτη αποτυχία πολιτικής ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου, το ευρωπαϊκό κεφάλαιο επιλέγει το δρόμο της «εκ των έξω» συγκρότησης. Διεκδικεί πανηγυρικά παγκόσμιο αυτοτελή πολιτικό ρόλο, και την ανταγωνιστικότερη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας του μέσω πολιτικών και στρατιωτικών επεμβάσεων στο εξωτερικό (στα πρότυπα των Η.Π.Α.). Η εν λόγω στόχευση οξύνει και τον εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης, ο οποίος στο παράδειγμα της Ελλάδας, «...δυνατότητα συμμετοχής της χώρας μας στη μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία άμυνας, …η οποία αναβαθμίζει τη θέση μας ως μέλους του σκληρού πυρήνα των κρατών που συμμετέχουν στο εγχείρημα…» και ως εκ τούτου για την είσοδο νέων μελών «αναγνώριση προαπαιτούμενων που αφορούν την επίλυση εκκρεμών ζητημάτων με γείτονες…»
Η θεμελίωση της αγοράς και του ακραίου ανταγωνισμού, η Σύνοδος Κορυφής των Κοινωνικών εταίρων, κλπ, διατηρούνται στις διατάξεις της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης, παραμένουν όμως σε επίπεδο αρχών, με βάση τις οποίες θα εκδοθούν και θα ερμηνευθούν, οι μελλοντικές συνθήκες που θα προβούν στις λεπτομερείς ρυθμίσεις του ζητήματος της εργασίας.
ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ.
Η οπισθοδρόμηση στην πολιτική ολοκλήρωση, συμπαρασύρει φυσικά και την πολιτειακή διάρθρωση, η οποία καταγράφει την όσμωση παλαιών και νέων (εισαχθέντων με το ευρωσύνταγμα) θεσμών. Έτσι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (αρχηγών κρατών) και το Συμβούλιο υπουργών (το οποίο από το 2014 αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία), ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και ο Υπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, αποτελούν τα θεσμικά όργανα με την μεγαλύτερη αποφασιστική ισχύ, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να έχει το αποκλειστικό προνόμιο νομοθετικών προτάσεων. Τα κοινοβούλια αποκτούν ολοένα και πιο διακοσμητικό ρόλο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει νομική προσωπικότητα, είναι ανεξάρτητη, θεσπίζει μέτρα αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της, γνωμοδοτεί, αλλά δεν νομοθετεί (αντίθετα στο ευρωσύνταγμα).
Τα χαρακτηριστικά των ρυθμίσεων του Ευρωσυντάγματος διατηρούνται. Τα πολιτικά κέντρα αποφάσεων απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο, από την κοινωνία των εργαζομένων, οι αστικοδημοκρατικές αρχές συγκρότησης της Ε.Ε. εγκαταλείπονται, τόσο μέσω της εγκατάλειψης της, «αντιπροσωπευτικού» χαρακτήρα διακυβέρνησης και την ανάθεση της Διοίκησης σε ολιγομελή διορισμένα όργανα, την επίσημη κατάργηση της ιστορικής (όσο και ανυπόληπτης πλέον) διάκρισης μεταξύ Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής Εξουσίας. Νομοθετική και εκτελεστική εξουσία διαχέονται μεταξύ Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Συμβουλίου Υπουργών και Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσο και την καταγεγραμμένη τάση απόσπασης των επιτροπών διοίκησης από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών. Η παραδοσιακή ανεξαρτησία των εξουσιών, δίνει τη θέση της στην ανεξαρτησία των οργάνων, προκειμένου να ρυθμιστεί αποτελεσματικά ο ενδοαστικός ανταγωνισμός.
Στο πεδίο των δημοκρατικών ελευθεριών, η ΕΣΔΑ και ο Χάρτης Θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, ενσωματώνονται στη Συνθήκη, παράλληλα με τις προβλέψεις για στρατιωτική επέμβαση στο εσωτερικό κράτους μέλους για την πρόληψη ενδεχόμενης τρομοκρατικής απειλής και την προστασία των δημοκρατικών θεσμών, τη συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, την εξουσία του Συμβουλίου να θεσπίζει περιοριστικά μέτρα έναντι φυσικών ή νομικών προσώπων και «ομάδων ή μη κρατικών οντοτήτων» κ.ά. Τα παλιά κεκτημένα ακυρώνονται από τις σύγχρονες ρυθμίσεις εξολόθρευσης του εσωτερικού εχθρού.
Στα πλαίσια του συνεχώς οξυνόμενου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, η Ε.Ε. επιχειρεί την ολοκλήρωσή της σε υπερεθνικό κέντρο εξουσίας, ώστε να διεκδικήσει πιο επιτυχημένα το ρόλο του δεύτερου πόλου, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά, στο έδαφος του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Όπως και το ευρωσύνταγμα, η μεταρρυθμιστική συνθήκη αποτυπώνει τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων, κατά τρόπο ελαστικό όσον αφορά τον ενδοαστικό ανταγωνισμό, αλλά συγκεντρωτικά ανελαστικό όσον αφορά την ταξική πάλη. Τα πολιτικά κέντρα αποφάσεων απομακρύνονται περισσότερο από την εργαζόμενη πλειοψηφία, έτσι ώστε η, εντός των αστικών πλαισίων, αποδεκτή, ταξική πάλη αποκτά χαρακτήρα έμμεσο, μακροπρόθεσμο και ακίνδυνο, τόσο για τις εθνικές κυβερνήσεις όσο και για την Ε.Ε.. Προωθεί την ολοκλήρωση και δι’ αυτής, τα σχέδια του ευρωπαϊκού και του εθνικού κεφαλαίου, ταυτόχρονα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Αγορά, κρατική τρομοκρατία και πόλεμος, παραμένουν οι κεντρικοί πυλώνες ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Για πρώτη φορά η Ε.Ε., προκρίνει την πολεμική δράση ως πολιορκητικό κριό για την προώθηση των συμφερόντων της στην παγκόσμια σκακιέρα. Το εθνικό κράτος ξαναβγαίνει στο προσκήνιο για να συμπράξει με την έχουσα πλέον νομική προσωπικότητα Ένωση. Η βάρβαρη εκμετάλλευση της εσωτερικής εργατικής τάξης θα αποδώσει υπεραξία που θα επενδυθεί σε εξοπλισμούς και διεθνείς αποστολές, θα αποδώσει όμως και στρατιώτες προς… κατανάλωση… Εθνικό κράτος και υπερεθνικός σχηματισμός, κινούνται, αλληλοδιαπλεκόμενα και ταυτόχρονα προς την ίδια κατεύθυνση, με ενίσχυση του ενός ή του άλλου, όπου και όποτε υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη του κεφαλαίου.
Η Συνθήκη αποτελεί μια ακόμη απόδειξη της πραγματικής φύσης της Ε.Ε., των συμφερόντων που αυτή υπηρετεί, του πολεμικού αγοραίου προσανατολισμού της, του γεγονότος ότι ο ιμπεριαλιστικός αυτός υπερεθνικός οργανισμός, αλλάζει δρόμους, στόχους και βλέψεις, αλλά ποτέ συμφέροντα. Και τα συμφέροντα που τον συγκροτούν, δεν μεταρρυθμίζονται…
Ο στρατηγικός χαρακτήρας της προσπάθειας ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, καθιστά ανεδαφική την πάλη για την απόκρουση της Συνθήκης, στο βαθμό που δεν τη συνδέει με την πάλη για διάλυση του ιμπεριαλιστικού κέντρου και αντικαπιταλιστική αποδέσμευση, στα πλαίσια της διεθνιστικής απελευθερωτικής δράσης του εργατικού κινήματος.
Από την άλλη πλευρά, ούτε η αντιπαράθεση μέσω της υπεράσπισης του παλιού γνώριμου αστικού κράτους μπορεί να έχει νικηφόρα αποτελέσματα για το εργατικό κίνημα. Κι αυτό γιατί, κατ’ αρχήν, το παλιό γνώριμο εθνικό κράτος των αστικοδημοκρατικών αρχών διακυβέρνησης δεν υπάρχει πια. Το νέο εθνικό κράτος, απαλλάσσεται από την παρωχημένη για το κεφάλαιο αστική δημοκρατία και φέρνει στην επιφάνεια τον πιο σκληρό πυρήνα της δικτατορίας της αστικής τάξης που διαπραγματεύεται σήμερα τη θέση της στο διεθνή ανταγωνισμό, με πολεμικούς όρους. Άλλωστε ούτε η παλιά δικαιολογία περί εισαγόμενων ρυθμίσεων από τις κακές Βρυξέλλες, μπορεί πλέον να βρει έρεισμα σε κάποια διάταξη. Το εθνικό κράτος κάνει πόλεμο και μάλιστα με ενισχυμένες συμμαχίες, ανταλλάγματα και κέρδη.
Ούτε αυτό το κράτος μπορούμε να υπερασπιστούμε, ούτε φυσικά να επιστρέψουμε στην ιστορική στιγμή που η αστική τάξη ως πρωτοπορία επέβαλε τις αστικοδημοκρατικές ελευθερίες (μια που οι εργατικές κατακτήσεις του 19ου και του 20ου αι., συνδέονται περισσότερο με τον άξονα των σοσιαλιστικών επαναστάσεων και των παγκοσμίων πολέμων που έθεσαν εν τοις πράγμασι ζήτημα ανατροπής του συστήματος).
Μήπως όμως η μη υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας σημαίνει εγκατάλειψη των αστικοδημοκρατικών κατακτήσεων από την εργατική τάξη; Κατηγορηματικά όχι. Αντίθετα, σημαίνει υπεράσπιση οποιασδήποτε ελευθερίας, όπου και να είναι καταγεγραμμένη, ακόμη και αν δεν είναι καταγεγραμμένη, από τη σκοπιά της διεκδίκησης της πλήρους απελευθέρωσης, της εργατικής δημοκρατίας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ